Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ Ν.Δ.ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΥ


ΚΡΙΤΙΚΗ Ν. Δ. Τ.

ΒΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ
Σταμάτης Σουφλέρης, Σαλός
Εκδόσεις manifesto,2012, σ.167

Πρέπει να προειδοποιήσει κανείς από την αρχή ότι το αφήγημα του Σουφλέρη είναι ενοχλητικό- και ενδεχομένως εξοργιστικό- ανάγνωσμα για αριστερούς, δεξιούς και κεντρώους, προοδευτικούς και συντηρητικούς κάθε λογής, διαφωτιστές και σκοταδιστές, λάτρεις της έννομης τάξης και φανατικούς του μηδενισμού, θρησκευτικούς και αντιθρησκευτικούς. Όποιος έχει δυσφορήσει με τον Παπουλάκο του Κωστή Μπαστιά ή με τους Άντρες φημισμένους και λησμονημένους του Κόντογλου κι εκείνοι που δεν κατόρθωσαν να διαβάσουν περισσότερες από τρεις σελίδες οποιουδήποτε βιβλίου του Πεντζίκη ή κατόρθωσαν να τελειώσουν κάποιο μπουκωμένοι από αγανάκτηση και κλαίγοντας τα λεφτά και τον χρόνο π[ου ξόδεψαν, ας μην πιάσουν στα χέρια τους τον Σαλό.
Για να διαβαστεί το βιβλίο χωρίς συμπτώματα βασανιστικής ναυτίας, απαιτείται από τους αναγνώστες των κατηγοριών, όσες απαριθμήθηκαν παραπάνω- σε κάποια από τις οποίες ανήκει και ο υπογράφων- μεγάλη αβαρία βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων “ζωτικών”.
Ναι, ακούω το δίκαια θυμωμένο ερώτημα του αναγνώστη που διαβάζει αυτό το σημείωμα: “Και ποιος είναι ο Σουφλέρης, που το βιβλίο του προαπαιτεί τέτοιες απορρίψεις;”
Αντιγράφω από το αυτί του εξωφύλλου τα λόγια με τα οποία αυτοσυσταίνεται:
“Ο Σταμάτης Σουφλέρης γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1968, σπούδασε διάφορα, μελέτησε περισσότερα και παιδεύεται με όλα. Φωτογραφίζει, διαβάζει, γράφει, περπατά στο δάσος, έχασε τον λύκο και βασανίζει όλους όσοι τον ξέρουν. Εδώ και λίγα χρόνια ζει σε ένα μικρό χωριό, ασχολείται με την συντήρηση παλιών σπιτιών και τον κήπο του, τα βουνά και τη ζωή- όλα ανεπιτυχώς.”
Θα συμφωνούσα με τον καχύποπτο αναγνώστη: αυτά , και μάλιστα το καταληκτικό “όλα ανεπιτυχώς”, μπορεί μια χαρά να είναι κρυπτοαλαζονεία και ανάποδη εγκαύχηση. Ωστόσο μόνο ο Θεός γνωρίζει τα σπλάχνα του ανθρώπου. Εμείς βλέπουμε αν πρόκοψε ή δεν πρόκοψε, αν έκαμε κατάσταση ή όχι. Έχω χρόνια να δω τον Σταμάτη Σουφλέρη. Από όσα μαθαίνω, δεν ανήκει σ' εκείνους που φτιάχτηκαν.
Αυτή η αποτυχία του όμως τον οδήγησε στην ιχνηλασία του βίου ενός περιψήματος, που οι μεγάλοι στρατοπεδάρχες του περασμένου και του νυν αιώνα θα το είχαν μαντρώσει στα σύρματα από την πρώτη στιγμή. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ένας ασήμαντος παπάς, ενός ασήμαντου χωριού. Μαθαίνουμε τη φανερή βιοτή του και εικάζουμε, όσο γίνεται, την αφανέρωτη, τη μυστική ζωή του από τις διηγήσεις προς τον δημοσιογράφο Ιωάννη Αναγνώστου ανθρώπων που τον γνώρισαν λίγο ή πολύ.
Πρώτος μιλάει ο οδηγός λεωφορείου Πέτρος Σαχριζάτης. Το συμπέρασμα του: “Μουρλός ήταν, βρομιάρης ήταν, χαζός ήταν, άπλυτος ήταν. Καλός ή κακός δεν ξέρω. Πάντως εμένα δεν μου άρεσε.” Έχει δει και άλλα ο οδηγός, αλλά όπως οι περισσότεροι μας, διακρίνει μόνο την απλυσιά και τη χαζομάρα.
Δεύτερη η παπαδιά: Έχει ζήσει, λέει, μαύρη ζωή μαζί του. “Μ' έσυρε στην διπλή φτώχεια απ' αυτή που' χα”. Δόθηκαν και σ' αυτήν σημάδια, αλλά η δυστυχία να ζει νηστική μ' έναν ανεπρόκοπο, την οδηγεί στο συμπέρασμα: “ Δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο καλή και κακή ζωή εδώ.” Εχθροί του ανθρώπου οι οικείοι αυτού.
Ο επόμενος αφηγητής είναι ο μοναχογιός του, που δούλεψε κι έπιασε λεφτά αλλά περιφρονεί τη μάνα του και μισεί τον πατέρα του. Επιχειρεί κιόλας να τον σκοτώσει. Τον δέρνει αλύπητα- το παπαδοπαίδι τον παπά. Κομμάτι από την αφήγηση, όταν τελειώσει ο ξυλοδαρμός: “Γύρισα. Το πρόσωπο του μια πληγή. Ανοιγόκλεινε τα χείλια σαν ψάρι, σαν κωβιός. Νόμισα ότι άκουσα νερό. Δεν ήθελα να του δώσω τίποτα. πλησίασα όμως από περιέργεια, γιατί έκανε την ίδια κίνηση συνεχώς. Κόλλησα το αυτί μου στο στόμα του, έλεγε την ευχή, ανασήκωσε μισό πόντο το κεφάλι του, και με φίλησε. Τον σιχάθηκα διπλά. Έδωσα τον όρκο να μην τον ξαναδώ στη ζωή μου. Τον τήρησα.”
Εκτός από την ευχή που άκουσε, έχει δει και το θαύμα της ανθισμένης μυγδαλιάς. Αλλά είναι και κουφός και τυφλός. Τα τελευταία του λόγια στον δημοσιογράφο: “Την λύπη την έδιωξα από πάνω μου. Χαρά δεν πήρα. Ικανοποίηση ναι. Χαρά όχι.”
ακολουθεί η διήγηση του Αρχιμανδρίτου Λευκίωνος Κράλη, που ο δημοσιογράφος κρίνει προειδοποιητικά ότι “ μπορεί να παραβλεφθεί στην ανάγνωση” και ύστερα της μοναχής Ξανθής Αντωνίου, που ακολούθησε τον παπα-Λεωνίδα Καλοχλωρίδη “σαν σκυλί τον αφέντη του” στα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Αυτή η διήγηση, κατά την δική μου κρίση, ούτε με σφαίρες , που λένε, δεν γίνεται να παραβλεφθεί. Η μοναχή και είδε και άκουσε με ανοιχτά μάτια κι αυτιά, για τούτο τα δέκα χρόνια της αδιάκοπης μετακίνησης δεν την αγανάκτησαν: “Κι αν είναι πολλά τα χρόνια, σα νερό κύλησαν κοντά του.”
Το λόγο παίρνει ύστερα ο μηχανικός αυτοκινήτων και παλιός Ελασίτης Απόστολος Παπαστάμος. Κουβέντες ντρίτες για τα μαύρα χρόνια της Κατοχής και τα κατοπινά τους, από εκείνες που δαιμονίζουν τους ιστορικούς: Σε όποια παράταξη κι αν βρισκόσουν , λέει, περίσσευαν οι κακοί κι ήταν λίγοι οι καλοί. Σπουδαία η μαρτυρία του ότι ο παπα-Λεωνίδας μολονότι βγήκε στο αντάρτικο της κατοχής κι έπεφτε σαν τρελός στη μάχη, “δεν πρέπει να είχε σκοτώσει άνθρωπο. Και ήταν καλός σκοπευτής, μα πυροβολούσε έτσι που να φοβίζει.”
(Ως τη σελίδα 84 τα φυσεκλίκια του παπά με σκαντάλιζαν κι αναρωτιόμουν αν ακόμα κι ένας σαλός παπάς παίρνει άφεση όταν σκοτώσει στον πόλεμο. Έφυγε μεγάλο βάρος από την ψυχή μου, από την 85 κι ύστερα παραδόθηκα εντελώς.)
Αξιοανάγνωστα και παρήγορα όσα αφηγείται ο αλκοολικός ταξιτζής Κώστας Αλμπάνης. Εκείνη η “άχρονη”, που θα έλεγε ο φίλος μου ο Χρήστος, κούρσα στο Σούνιο και τα λόγια του σαλού παπά μου θύμισαν τον Παπαδιαμάντη, αλλοπαρμένον κι αυτόν-μπορεί και λιγδωμένον- με άλλον τρόπο.
Να διαβαστεί προσεκτικά δυο και τρεις φορές η εκτενής διήγηση του θεολόγου Ιωάννη Θεατρίδη από όλους- και περισσότερο από τους συναδέλφους του, σχολικούς και μη.
Τελευταία είναι η εξιστόρηση ενός άγρια φουρτουνιασμένου ταξιδιού του παπα- Λεωνίδα. Την αφηγείται ο ναυτικός Στάθης Ορφανός. Το τέλος της: “Αυτό που με φόβισε δεν ήταν ότι άντεχε τη φουρτούνα και το κύμα, άλλοι έχουν κάνει χειρότερα. Αυτό που με φόβισε είναι ότι το νερό έβγαινε από μέσα του και δεν είναι ιδέα μου, είχα το φανάρι της θυέλλης το δυνατό το Εγγλέζικο το P&Q, όλα τα καράβια το έχουν να φωτίζει, μέρα το κάνει άρα μυν πας να μου πεις δεν έβλεπα, το νερό έβγαινε από μέσα του. Ποτέ δεν θέλησα να του μιλήσω ή να ανοίξω παρτίδες μαζί του. Σιγά να μην ήταν άνθρωπος του Θεού, σατανάς ήταν. Σε Θεό δεν πιστεύω μα σατανάς υπάρχει και αυτός ήταν από δαύτους.”
“Εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια”.
Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου είναι αποσπάσματα από το χειρόγραφο του Γέροντος Λεωνίδα, κατά κόσμο Γεωργίου Καλοχλωρίδη. Θαρρώ πως ο ακριβέστερος χαρακτηρισμός τους- και ολόκληρου του βιβλίου- είναι “η πάλη με τον Θεό.”

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου