το διήγημα μου που πήρε το Α Βραβείο στον Διαγωνισμό της Παν. Έν. Λογ. να σχολιάσω ότι για πολλούς λόγους είμαι απογοητευμένος. δεν περιφρονώ κανέναν μα οι δυσκολίες αυξάνονται. να μείνεις όρθιος, μοιάζει το μέγιστο των ημερών μας.
ΑΤΟΠΗΜΑ
Ανάμεσα από τα παντελόνια του Γιώργη του Κουρελιό, ένας λεκές ασύμμετρος, ξεκινούσε από τα σκέλια και απλωνόταν μέχρι το γόνατο. Τόση δουλειά, τόσα λεφτά, τόσος κόπος κι έγινε έτσι ο άνθρωπος.
Έχοντας γυρίσει όλον τον κόσμο, νεαρό ναυτόπουλο πρώτα, όπως συνηθιζόταν στα μέρη μας, τέλη πενήντα, αρχές του εξήντα και μετά την φοίτηση του στη σχολή εμποροπλοιάρχων του τόπου μας, έχουν και τα ρουσφέτια τη χάρη τους, έγινε ενεργεία του ντόπιου του Β και του απέναντί του, από το απέναντι νησί και κόμμα, πολιτικού του Π, μια ήταν ο ένας υπουργός, μια ο άλλος, παρέμεινε τελικά, το μόνο σημαντικό έργο στην περιοχή, εξαιρέσει του εργοστασίου στη Χ….της δεκαετίας του 80 αυτό, κατασκευάστηκε να συναρμολογεί εξελιγμένα αντιαεροπορικά και κατέληξε να περνάει κορδόνια στα άρβυλα, χρειάζονταν ακόμα να χτίζουν κάτι για να τρώνε λεφτά, όχι όπως τώρα που αρκούν χαρτιά και οθόνες, σχωρεμένοι οι δύο πολιτικοί και ο Β και ο Π, ρουσφέτι ξερουσφέτι τη σχολή την έφτιαξαν και τον Γιώργη, ορφανό από πατέρα, είχε πνιγεί κάπου στον Ειρηνικό, συνηθισμένο και αυτό σε μας, οι κακές γλώσσες, δεν έλειψαν ποτέ και από πουθενά, έλεγαν ότι είχε μείνει στη Βραζιλία, μαχαιρωμένος σε μπορντέλο και τα περί ναυαγίου ήταν μπάλωμα, χωμένος στη γη και όχι τίμια πνιγμένος στη θάλασσα, έφερναν και αποδείξεις, σε άλλο καράβι είχε μπαρκάρει, άλλο ναυάγησε, έγινε το παιδί από ναύτης, σπουδαστής της σχολής, μα οι κακές γλώσσες δε σταμάτησαν να δουλεύουν, περιλαβαίνοντας τη μάνα, πώς κατάφερε αυτή και πήρε μακριά από το μπάρκο το παιδί, τρία χρόνια χωρίς μισθά το σπίτι, πώς κατάφερε και της το έβαλαν στη σχολή αμέσως, ενώ άλλα από καλές οικογένειες, έμειναν απ’ έξω, από ναυτάκι καπετανόπουλο, μπόρεσε ο Γιώργης ν' ανέβει τη μεγάλη σκάλα μέσα στο καράβι, κι αφού μάζεψε μπαγιόκο, ικανό να ξεκινήσει μια δουλειά, αλλά όχι για να σταματήσει τη δουλειά, κατέβηκε πριν κλείσει τα τριάντα πέντε του από το πλοίο και αντί να ψάχνει τι δουλειά θα προτιμήσει, βρήκε νύφη, την Ειρήνη του Βαρελά, λίγο κοντή, όμορφη, τσαούσα, έξυπνη, δραστήρια, διαόλου κάλτσα, μανιακή με τα πολιτικά, οπαδός του κόμματος των φίλων της ελευθερίας, το άλλο ήταν της προόδου, λες και τα δυο μαζί δε συνδυάζονται.
Είχε προίκα γερή. Χτήματα, λιοτρίβι, μαγαζιά, ακίνητα, λεφτά. Ο γαμπρός, ένας παιδαράς μέχρι εκεί πάνω, δυνατό κορμί, φαρδιές πλάτες, με ένα τετράγωνο πρόσωπο, που έδειχνε δύναμη, επιθυμίες, φιλαρέσκεια. Η συναλλαγή καλή. Ο Γιώργης δουλευταράς, δε βολεύτηκε με τα έτοιμα, ξαμολήθηκε, προόδευε και προχωρούσε, γυάλιζε σαν καλοτριμμένο μπακίρι, του γυάλιζαν κι αυτού οι γυναίκες, μα δεν ακούστηκε το παραμικρό.
Τη θάλασσα δεν την αγάπησε ποτέ. Όλοι οι άντρες γινόντουσαν ναυτικοί, δεν την αγαπούσαν όλοι. Κάποιοι παλιοί καπετάνιοι, μεγάλοι πια, στα εβδομήντα και στα ογδόντα, πήγαιναν δέκα φορές την ημέρα μέχρι τη στροφή του Γιαννάκη, ρουφούσαν πέλαγος και κοίταζαν με πάθος, για καιρό, για κύματα, για καράβια. Άλλοι δε σήκωναν κεφάλι από το χαρτί στο καφενείο και άλλοι, αγόραζαν χτήματα με τα λεφτά που είχαν βγάλει από το νερό και περνούσαν τον καιρό τους με το χώμα, λες και ήθελαν να πάρουν πίσω τον χρόνο που τους έφαγε το υγρό θεριό και να τον δώσουν στη μάνα γη. Θηλυκά και τα δύο. Στο ένα χρεώνεται η απιστία της παστρικιάς, στο άλλο οι αρετές της συζύγου.
Ο Γιώργης σαν έριξε άγκυρα δεν πήγε πουθενά. Βράχος. Ούτε μέχρι την πρωτεύουσα του νομού δεν έφτασε. Για Αθήνα ούτε λόγος. Όλα τα αναγκαία ταξίδια τα έκανε η γυναίκα του. Μέχρι και το αυτοκίνητο, αυτή το διάλεξε, αυτή το αγόρασε και αυτή το οδηγούσε. Όταν του έλεγαν καμιά κουβέντα για μπάρκα και για θάλασσες, για λιμάνια και μακρινά μέρη, αυτός απαντούσε «Φτάνει. Στον τάφο μου θα ανάβει καντήλι», υπενθύμιση της μοίρας του πατέρα του και πολλών άλλων ντόπιων. Ούτε μνήμα, ούτε καντήλι. Εκτός κι αν ο φλοίσβος πιάνεται μνημόσυνο.
Τα παιδιά αργούσαν. Έκανε δυο αποβολές η Ειρήνη, δύο είπαν, τα γραΐδια μιλούσαν για επτά, μα επιτέλους ήρθε η κόρη, ένα μικροκαμωμένο κορίτσι, υγιές, δυνατό, φασαριόζικο. Το μόνο μωρό που δεν έκλαιγε, φώναζε. Λες και του είπαν πριν βγει από την κοιλιά της μάνας του ότι είναι ντροπή η αδυναμία. Μα ότι ξέρει κανείς από την κοιλία το μαθαίνει. Τέσσερα χρόνια μετά την κόρη ήρθε η ολοκλήρωση, ο γιος. Ταλαιπώρησε πολύ τη μάνα του. Λένε ότι έκανε μέρες πίσω από τη σωστή στιγμή. Λένε ότι ο γιατρός έκανε λάθος. Λένε ότι ο Γιώργης με την επιμονή του να μην πηγαίνει πουθενά, αφού δεν κατέβηκαν στην πρωτεύουσα για την γέννα, το χάλασε το παιδί, αφού εδώ δεν είχανε τα μέσα. Όσο ήταν μικρό, ούτε φαινόταν πολύ το πρόβλημα, ούτε ήθελαν να το δουν. Μπορεί και να ονειρευόντουσαν, θα ξυπνήσουν μια μέρα και το μωρό θα είναι καλά. Γιατί ένα μωράκι δεν έχει και τίποτα βαρύ, δε μιλάει, δεν περπατάει, δε ζητάει, δε φαίνεται αν πονάει. Δύσκολο θα ήταν για τον Θεό αν ήθελε, να το διορθώσει; Γιατί το μόνο θέμα στο παιδάκι, στην αρχή, ήταν το στοματάκι, το κρατούσε στραβό, από την αριστερή μεριά, μια μικρή άτσαλη γραμμούλα. Ένα τόσο δα σημείο. Μα οι ναυτικοί στα μέρη μας λένε, μια κουκκίδα στην άκρη του ορίζοντα, φέρνει τα πάνω κάτω.
«Οι οικογένειες δεν είναι για σουρτούκους», έλεγε η γιαγιά μου, με την πολυτέλεια να ανήκει από τον πατέρα και από τον άντρα της στις λίγες καλοβαλμένες φαμίλιες στεριανών, σε ένα τόπο θαλασσινών, εξασφαλισμένη από τα εμπορικά τους, που τους ανάγκαζαν να μένουν ανάδρομοι, σε ένα μέρος που όλοι έπαιρναν τους υγρούς δρόμους από τα δέκα και τα δώδεκα. Αυτή και τον πατέρα τον είχε σπίτι και τον άντρα της κατόπιν. Οι άλλες δεν ήξεραν αν θα τους δουν, πότε, έκαναν και ενάμιση και δυο και τρία χρόνια μπάρκο τότε, παντρεμένες καλόγριες, που όταν οι προκομμένοι τους γυρνούσαν, έφερναν δώρα, παλιά συνήθεια των ναυτικών, είχαν να το λένε πως εδώ υπήρχαν περισσότερες τηλεοράσεις από όσο όλη η υπόλοιπη Ελλάδα, χρόνια πριν ξεκινήσουν οι εκπομπές, και οι καπετάνιοι όταν γυρνούσαν άνοιγαν το μηχάνημα να δουν αν πιάνει, συνηθισμένοι από το εξωτερικό, μα μαζί με μηχανήματα, υφάσματα, κατσαρόλες και αναψυκτικά, κουβαλούσαν συχνά, κι άλλα ενθύμια, στο κορμί τους, ενθύμια της αδυναμίας να μείνουν παρθένοι, αυτοί, άντρες στα είκοσι και στα τριάντα, το αίμα να βράζει, στο νερό για μήνες στη σειρά. Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις.
Έτσι είχαν γίνει τα πράματα στην περίπτωση του Γιώργη. Πού να πάει να βρει το δίκιο του; Να πάρει σβάρνα τα μπουρδέλα στη Μεσόγειο και στην Αμερική, να ρωτάει ποια με κόλλησε; Ο ίδιος δεν είχε για αρκετά χρόνια κανένα σύμπτωμα, από την αρρώστια που χαλάει φιλίες και φαμίλιες. Έτσι δυνατός και πλούσιος, να μη δέχεται μύγα στο σπαθί του, συνέχισε τη ζωή του κανονικά. Δουλειά, προκοπή, μα και βόλτα το παιδί, το καλοκαίρι, κάθε απόγευμα, ντυμένο με τα καλύτερα ρούχα, με τα πιο όμορφα παπούτσια, πεντακάθαρο, περιποιημένο, ψηλό για την ηλικία του, όμορφο αν δεν είχε το στράβωμα στο στόμα. Του έμοιαζε του Γιώργη. Δυο μέτρα άντρας θα γινόταν.
Ήθελε κότσια εκείνα τα χρόνια να βγάζεις παιδί άρρωστο βόλτα. Οι περισσότεροι θάβουν όσο πιο βαθιά γίνεται το πρόβλημα. Εκείνος έπρεπε οπωσδήποτε να πιει το ούζο του στην πλατεία. Το μεζέ τον έδινε στο παιδί, έπαιρνε και δεύτερο. Το παιδάκι λερωνόταν, του έτρεχαν τα σάλια, οι μύξες, μα ο Γιώργης, με τα χέρια του που ήταν σαν φτυάρια, το σκούπιζε με υπομονή, με προσοχή σαν την πιο λεπτή παρθένα που κεντάει στο δωμάτιό της με χρυσοκλωστές.
Κανείς μπροστά του δεν τολμούσε να πει το παραμικρό. Ένας παλιός συμμαθητής του από το δημοτικό, μέχρι τη δευτέρα έφτασε, ο Γιάγκος ο Σουρλής, ανεπρόκοπος μα καλόκαρδος, άτσαλος και αποτυχημένος σε όλα του, ούτε σαν ναύτης έκανε τίποτα, ούτε σαν στεριανός, μια φορά μόνο, όταν πέρασε ο Γιώργης με το παιδάκι, τον Γιαννάκη, έσερνε μεγαλώνοντας το ποδαράκι του το αριστερό, τόλμησε να πει περισσότερο δυνατά από όσο έπρεπε, «γρι –γρι να σου πετύχει».
Ο Γιώργης τράβηξε μια γροθιά στον γενικά άτυχο και πολύ πιο κοντό του Γιάγκο, με αποτέλεσμα να χάσει αυτός το μπροστινό του δόντι, αφήνοντας για πάντα ένα κενό στο στόμα. Έμαθε να το βουλώνει. Ποιος ονόμασε τις γροθιές μπουκέτα; Δεν το ξέρω. Μπορεί όμως ο Θεός να έχει το ελεύθερο στη ζωή και ο άνθρωπος στη γλώσσα. Στην πολιτεία της αλήθειας και της ευτυχίας, του κύματος και του νερού, όλοι είχαν τα παρατσούκλια τους. Ο Γιάγκος κέρδισε το καινούριο του. Έμεινε στα χρονικά του τόπου με το όνομα ο Γιάγκος ο Βιτρίνας. Το παιδάκι απόντος του πατέρα του, το έλεγαν οι καλοί συμπολίτες μας, το Ζαβό. Ήταν σαν να έβλεπες στον αέρα το Ζήτα κεφαλαίο. Τα άλλα άτυχα παιδιά ήταν κλεισμένα στη θαλπωρή των σπιτιών τους. Καμιά φορά στην αγκαλιά των κατωγιών. Αν έβγαιναν μια φορά το χρόνο δυο το πολύ, Πάσχα και Παναγίας, ζήτημα. Το μόνο ζαβό λοιπόν στην πόλη μας, ήταν το μόνο που κυκλοφορούσε. Μα πώς έγινε κι ο Γιώργης Κουρελιό; Οι ντόπιοι το επρόφεραν κουρλιό, αλλού δίνοντας φωνή και αλλού κόβοντας φωνήεντα. Μα αυτά τα έμαθα αργότερα.
Ο Γιώργης έδωσε δουλειά στον Γιάγκο στα χτήματα και στο λιοτρίβι, μούτσος της στεριάς. Αυτός με τα χρόνια συνήθισε το παιδί , το συμπάθησε. Όσο μπορούσε το φύλαγε. Έμαθαν ο ένας τον άλλον. Πιστευόντουσαν μεταξύ τους.
Ο Γιώργης άρχισε να μη στέκεται καλά. Η αρρώστια δούλευε μέσα του, τρώγοντας σωθικά και μυαλό. Είχα σιχαθεί να ακούω από τις σκατόψυχες γριές «καλά να πάθει». Το θυμάμαι αυτό έντονα όταν ήμουν μικρός. Αυτές γνωρίζανε μόνο Θεό τιμωρίας. Ο καθένας πλέκει τα ομοιώματα του. Ο δυνατός άντρας άρχισε να καταρρέει. Λίγο, λίγο, σταλιά, σταλιά, σώμα και μυαλό πήραν την κάτω βόλτα. Και το μεν σώμα το σώσανε, ας είναι καλά η πενικιλίνη. Το μυαλό δεν κρατήθηκε. Έβγαλε μια κακία απύθμενη για όλους, για το παιδί του παραπάνω. Άρχισε να το κυνηγάει. Όταν το έπιανε στα χέρια του το χτυπούσε, μέχρι να ματώσει, το κλείδωνε σπίτι. Η γυναίκα του, η τσαούσα, η όμορφη κοντούλα με τη μανία για τα πολιτικά, μόνο σπίτι της έμεναν οι βουλευτές και οι πολιτικοί που ερχόντουσαν στην πόλη, άρχισε και αυτή να κλείνεται, μετά χάθηκε από προσώπου γης. Ευτυχώς είχαν χρήματα. Κάποτε, έγινε η κηδεία της. Είπαν ότι είχε καρκίνο στο στήθος, μα πώς δεν έκανε τίποτα να τον σταματήσει.
Όταν έφυγε η μάνα, τα πράγματα χειροτέρευσαν. Το παιδί χωρίς φροντίδα, απεριποίητο και βρώμικο, γύρναγε, αντικείμενο κοροϊδίας από πολλούς αδύναμους, κυνηγημένο περισσότερο από τον ίδιο του τον πατέρα. Ο Γιάγκος έμπαινε ανάμεσα. Τις έφαγε ξανά μερικές φορές. Δεν τον πείραζε. Ο Γιώργης χειρότερα. Πάνε και τα ωραία ρούχα, πάει και το παράστημα. Δε φρόντιζε τον εαυτό του. Δεν μπορούσε. Όσο περνούσε ο καιρός το παιδί του, έγινε ο εχθρός του. Το μισούσε. Αυτό μεγάλωνε, πέταξε μπόι, κοντά δυο μέτρα, λιγνό ψηλό παλικάρι, που παρόλα τα σημάδια της αρρώστιας του, είχε όμορφα χαρακτηριστικά.
Μέσα σε όλη αυτή τη φθορά, η κόρη, η μόνη υγιής, ίδια η μάνα της, δυνατή όχι για τρεις αλλά για πέντε, πήρε ευθύνες. Αντί να λυγίσει, στάθηκε στα πόδια της, ανακατεύτηκε με τις δουλειές, τα κατάφερνε πιο καλά από δέκα. Πλούσια έξυπνη δυνατή, μαζεύτηκαν στο πρόσωπο της όλες οι αρετές και όλες ο δυνάμεις που έφυγαν από τους άλλους. Το λιοτρίβι έγινε ακόμα καλύτερο, τα μαγαζιά ακόμα περισσότερα, τα σπίτια ακόμα πιο πολλά. Παντρεύτηκε νωρίς, ένα όμορφο παιδί, λίγο φτωχό, το έστρωσε, πειθήνιο όργανο της κοντής δυναμικής γυναίκας. Στον αδερφό της σημασία δεν έδινε, του είχε γυναίκα, κάποτε την έδιωξε και τον πήγε σε γιατρούς, ψυχιάτρους. Ακούστηκε ότι ο μικρός Γιαννάκης που βέβαια δεν ήταν πια μικρός είχε επιτεθεί στη γυναίκα που τον φρόντιζε. Όχι για κακό, να, για να γίνει από παιδί αρσενικός. Η τελετή μύησης διακόπηκε βίαια. Μετά τους γιατρούς πάχυνε απότομα και άτσαλα. Έγινε από λιγνός, χοντρός, μια τεράστια φιγούρα που περπατούσε με δυσκολία στους δρόμους της πόλης, ένας αγαθός γίγαντας, τρομακτικός στην πρώτη ματιά, ήσυχος, σοβαρός. Ποτέ δεν είδε κανείς αυτό το παιδί να γελάει. Τον πατέρα του τον έτρεμε και ας του έριχνε ένα κεφάλι. Τον απέφευγε σαν ο διάολος το λιβάνι. Ευτυχώς όμως για αυτόν, ο Γιώργης χειροτέρεψε. Οι εμφανίσεις του περιορίστηκαν, εξαφανίστηκε η μορφή του. Το είχε η μοίρα των μεγάλων της οικογένειας να αποσύρονται. Έτσι τα δυο παιδιά κυκλοφορούσαν ελεύθερα, η κοπέλα να οργώνει τους δρόμους για επιχειρήσεις, πάντα δραστήρια, πάντα, υγιής, πάντα τσαούσα, το παιδί να οργώνει γενικώς, ένα ήσυχο βοϊδάκι χαμένο σε θολές σκέψεις και σπασμένα λόγια. Δύσκολα μιλούσε, είχε ψεύδισμα και βραδύτητα. Κοντά στην εκκλησία, κάθε Κυριακή να λέει όπως, όπως το Πάτερ Ημών στη λειτουργία, στις γιορτές και στα πανηγύρια πρώτος, να υπηρετεί με τον τρόπο του τον εκάστοτε εορτάζοντα ναό, αυτόκλητος νεωκόρος και ψάλτης μαζί, προς μέγιστο εκνευρισμό του πραγματικού ψάλτη, πηγή γέλιου για τα παιδιά, εκνευρισμού για τις θεούσες.
Ο Γιαννάκης, τεράστιος πια, μα πάντα Γιαννάκης στο όνομα, γύρναγε από το πρωί μέχρι το βράδυ, ήξερε όλες τις οικογένειες, τις συγγένειες, όλα τα σόγια, τα αρραβωνιάσματα, κρυφά και φανερά, τις παντριές. Είχε μια καλή κουβέντα για τον καθένα, να στείλει τα χαιρετίσματά σε γονείς, αδερφές ακόμα και φίλους, που μπορεί να τους είχε δει για μια και μόνο φορά. Εμείς οι μικρότεροι του, επισκέπτες καλοκαιρινοί οι περισσότεροι, τον είχαμε συνηθίσει, τον ξέραμε, τον θεωρούσαμε απαραίτητη παρουσία του τόπου, μια ζωντανή διακόσμηση, μια σίγουρη καλησπέρα. Έκανε τη βόλτα του, χαιρετούσε και μιλούσε, πάντα με τον ίδιο τρόπο, σταματούσε και σε κοίταζε με το πλάι, ίσως δεν έβλεπε τόσο καλά. Εμείς, της γενιάς μου, όλο και περισσότερο απομακρυνόμασταν από τον τόπο μας. Τα πρώτα χρόνια μετά τις σπουδές προσπαθούσαμε να βρισκόμαστε στο πανηγύρι της Παναγίας. Αργότερα κι αυτό το κόψαμε. Ο Γιαννάκης όμως θα μας έστελνε χαιρετίσματα. Όταν σπάνια ερχόμασταν, τον βλέπαμε. Αυτά τα ζωντανά εξαρτήματα ενός τόπου, τελικά έχουν σημασία.
Το καλοκαίρι του 199… πήγα μετά από καιρό στους γονείς μου επίσκεψη. Ήμουν αρκετά αποτυχημένος στα μάτια μου, μα αρκούντως επιτυχημένος στα μάτια των άλλων. Τέλος πάντων είχα ιδιότητα πια, όχι φοιτητή ή νεαρού που γυρνάει, αλλά καθηγητή. Από την πρώτη μέρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι έλειπε, κάτι με βάραινε. Δεν μπόρεσα να καταλάβω. Την τρίτη μέρα το έπιασα. Δεν είχα δει τον Γιαννάκη. Ρώτησα τον πατέρα μου, για να μάθω ότι ο άνθρωπος αυτός σε ηλικία τριάντα επτά ετών είχε πεθάνει, λίγους μήνες πριν από πνευμονικό οίδημα, συνέπεια της χορήγησης ισχυρών ψυχοφαρμάκων. Αν ήμουν η μάνα μου, θα πήγαινα στην εκκλησία να ανάψω κερί.
Σε μια από τις βόλτες μου κι ενώ περνούσα από το πιο παλιό καφενείο της πόλης, το μόνο που δεν έγινε, υποκύπτοντας στις σειρήνες των καιρών καφετέρια, πρόσεξα ένα γέρο που κάτι μου θύμιζε, μα δεν μπορούσα να πω ποιος ήταν. Πρέπει να ήταν όμορφος άντρας στα νιάτα του, μελαχρινός με ωραία χαρακτηριστικά, πυκνά άσπρα μαλλιά, παχιά χείλια φιλήδονα. Το κάτω είχε κρεμάσει σε μια έκφραση βλακείας και παραίτησης. Περνώντας μου μίλησε.
« Παλικάρι έχεις τσιγάρο;»
«Δεν καπνίζω», απάντησα με όση σοβαρότητα μπορούσα.
«Ποιανού είσαι», ήρθε η απαραίτητη ερώτηση. Του είπα το όνομα και το σόι μου, έστειλε χαιρετισμούς στον πατέρα μου, τον θυμήθηκε. Μου ζήτησε να τον σηκώσω, να τον πάω απέναντι. Το έκανα, όχι χωρίς προσπάθεια, ήταν βαρύς και δυσκίνητος. Όταν σηκώθηκε, πρόσεξα το λεκέ ανάμεσα από τα σκέλια. Έφυγα μα μετά από λίγο ξαναπέρασα από κει. Ήταν στο κάθισμα ενός προπατζίδικου. Με φώναξε πάλι.
«Παλικάρι τι φαΐ είχατε σήμερα;»
Απάντησα ότι μου κατέβηκε στο κεφάλι. Με την άκρη του ματιού είδα μερικούς έφηβους, περίμεναν έξω από το παρακείμενο φροντιστήριο, να γελάνε όσο μπορούσαν πιο κρυφά. «Έλα σήκωσε με να με πας απέναντι». Το έκανα αν και κατάλαβα, λογική δεν υπήρχε. Γυρνώντας σπίτι αυτό που υποψιάστηκα μου το επιβεβαίωσε η μητέρα μου. Ήταν ο Γιώργης, με κερδισμένο το παρανόμι, Κουρελιό. Είπα. «Πώς έγινε έτσι ο άνθρωπος», για να πάρω την απάντησή της.
«Γιατί μια χαρά είναι. Καλύτερα ήταν κλεισμένος σπίτι του τόσα χρόνια. Τουλάχιστον τώρα βγαίνει. Δεν ενοχλεί κανέναν. Το πολύ, πολύ να θέλει να περάσει απέναντι».