Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΕΝΤΡΟ 2
(κείμενο παρενθέσεων)

ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ: ΝΑ ΜΗΝ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥΣ, ΑΘΕΟΥΣ ΚΑΙ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΟΥ Σ. Ρ. (μοίρα του άρα να μείνει αδιάβαστο)

Α ΜΕΡΟΣ

Πόσα μπορούν να μας ενώνουν; Πολλά; Λίγα; Ένα, δύο; Μια ιδέα ναι, μια ιδεολογία ποτέ όλους. Μα και η ιδέα μπορεί, μόνο αν έχει έρεισμα στους αιώνες και στην πραγματικότητα, έχει σμιλευτεί γερά, σε χαρτιά, κορμιά και τόπους. (Παράδοξο πρώτο και τραύμα της χώρας, εδώ και ενενήντα χρόνια, έχασε τη μόνη ιδέα που είχε σχηματίσει, τη Μεγάλη Ιδέα. Το να έχει κανείς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του είναι μόνο καταστροφικό, όπως φυσικά και το να εξαρτάται από δόσεις. Ούτε την απώλεια του ενός μισού μας, της μικράς Ασίας εσωτερικά ξεπεράσαμε, ούτε τον προηγούμενο διχασμό θεραπεύσαμε. Η χώρα ζει το σκόρπισμα, και το μεταμφιέζει τεχνηέντως, άλλοτε με λόγια, άλλοτε με πράξεις, άλλοτε γίνεται συμπαθητική ιδιαιτερότητα που καλύπτεται πίσω από εκλογές, άλλοτε βαθαίνει σε τραύματα θανατηφόρα, σε εμφύλιο και δικτατορίες, όχι μόνο τις πολιτικές, μα και τις καθημερινές προσωπικές του καθενός μας. Δεν είναι αυτές λιγότερες, γιατί αν δεν υπήρχαν αυτά τα τραύματα και αυτά τα πατήματα, οι άλλες δε θα έβρισκαν ποτέ έδαφος να πραγματοποιηθούν). Παράδειγμα γενικό. Ενώ είναι αδύνατον να βρούμε παγκόσμια επαρκή ορισμό της ελευθερίας, είναι αδύνατον να την αφαιρέσουμε από την ανθρώπινη ψυχή, νου και καρδιά. Άνθρωποι που με δυσκολία θα έγραφαν το όνομα τους και θα έκαναν μια περιγραφή της ημέρας τους σε μια σελίδα, απολύτως ορθά θα είχαν σχέση μαζί της, θα την κατανοούσαν, θα την ένιωθαν, θα ζούσαν με αυτήν, θα πέθαιναν για αυτήν. Η θρησκεία μπορεί να ενώνει; Είτε αρέσει στον σημερινό κάτοικο αυτού του τόπου, είτε πιο συχνά όχι, η θρησκεία ενώνει επιτυχώς λαούς.
Η γλώσσα; Αυτό είναι σχεδόν μυστήριο. Η γλώσσα δεν ενώνει, ορίζει και ξεχωρίζει, καθορίζει ένα μη γεωγραφικό τόπο, συχνά πιο ισχυρό από οποιοδήποτε υλικό αντίστοιχο, μα αυτό δεν αρκεί να την κάνει συνδετικό κρίκο. Ή μάλλον κρίκος είναι, αλλά όσο ισχυρός και να είναι ο δεσμός κάποιου με αυτήν, δεν αρκεί για να κρατά ενωμένη μια κοινωνία. (Παράδοξο δεύτερο, το μόνο κοινό χαρακτηριστικό της δικής μας περίπτωσης είναι η γλώσσα, η καθημαγμένη, φτωχική, κουρελιασμένη, διαλυμένη γλώσσα των τελευταίων χρόνων, μια απολύτως προσβεβλημένη γλώσσα, που σε βάρος των σωμάτων και των ψυχών ημών, απόλεσε το πιο ισχυρό της έρεισμα, τη σχέση της -είτε από πάνω, βλέπε μορφωμένους και καλλιέργεια επιστημονική-λογοτεχνική-πανεπιστημιακή, είτε από κάτω, βλέπε λαό, λατρεία του, καθημερινότητα του γλωσσική- με την μια όχθη, το παρελθόν, οπότε γέφυρα με ένα άκρο δεν υπάρχει, αυτομάτως χάνει και το άλλο, το μέλλον. Όμως και πάλι και όχι τυχαία τα υλικά ενός έθνους -λαού, δε με νοιάζει τώρα και εδώ η διαφοροποίηση, είναι γλώσσα, θρησκεία, ιστορία, αυτό τουλάχιστον λένε οι κοινώς αποδεκτές επιστημονικές αρχές ).
Πριν λίγους μήνες περήφανος αυτοονομαζόμενος αριστερός, συνηθισμένα λόγιος, μου έγραφε μια κοινοτοπία και κοινοτυπία του χώρου του, “πατρίδα και θρησκεία, δε μου λένε τίποτα”, αφήνοντας φυσικά σε μια ακόμα ανάλυση μαρξιστικού τύπου χωρίς τον Μαρξ, να διαφαίνεται η γνώση των οπισθόφυλλων των εκδόσεων του συχωρεμένου πια Χόσμπαουμ. Ουσιαστικά η γλώσσα του καθενός, παρά τα χτυπήματα και τα τραύματα, τις φθορές και τις πτωχεύσεις επαρκώς αν όχι πλήρως, αποκαλύπτει τον καθένα. Ένα μεγάλο μέρους των κατοίκων του τόπου αυτού (λαός έπαψε προ πολλού να είναι ) προτάσσει την κοινωνία έναντι της πατρίδας, μάλιστα η πρώτη λέξη-έννοια αποκτά και μυστηριακό χαρακτήρα, μια που αυτό είναι αναπόφευκτο στον άνθρωπο για να σταθεί στα πόδια του και η δεύτερη, βδελυρό και περιφρονητέο. Σκεφτείτε πόσες φορές οι αριστεροί λένε κοινωνία, κοινωνία πολιτών κλπ όπου τα Δικαιώματα του ανθρώπου φαντάζουν απείρως σημαντικότερα , ιερότερα και πιο αξιοσέβαστα από τις πλάκες που βάσταζε ο Μωυσής κατεβαίνοντας από το Σινά. (Σε γενικές γραμμές ότι του κλείνεις την πόρτα μπαίνει από το παράθυρο. Αυτό που θέλουν να απεμπολήσουν μανιωδώς οι σύγχρονοι, νεωτερικοί και μετανεωτερικοί άνθρωποι, το άλλο, το μεταφυσικό, το θείο, το δαιμονιώδες, επενδύεται με τον πιο χυδαίο τρόπο στα πιο χυδαία αντικείμενα, είτε σκέτα καταναλωτικά, είτε εφήμερα πολιτικά και κοινωνικά αγαθά. Αν είμαι υπερβολικός εγώ, τότε τι είναι μια διαδήλωση που γίνεται για το οκτάωρο ή τις υπερωρίες, ένας θάνατος για την ιδιωτικοποίηση ή όχι λεωφορείων, βίαιοι ξυλοδαρμοί για επιδοτήσεις, εισβολές για μονιμοποιήσεις, εκπορνεύσεις για τριάκοντα αργύρια.. Κάποιος έχει τρελαθεί).
Σε όλα αυτά αραιά και πού, πώς θα μπορούσε και συχνότερα, μιλούμε για την απουσία της πνευματικής κεφαλής, συγχέοντας το πνεύμα με την απόκτηση εξωτερικών τίτλων επιτυχίας, τον πνευματικό άνθρωπο που είναι ένας βασανισμένος αγωνιστής που τρώει και καταναλώνει τις σάρκες του, με τον σαλιαρίζοντα σε εγκαίνια και παρουσιάσεις έτοιμο να ποζάρει ερμαφρόδιτο συγγραφίσκο, ή ζωγραφίζοντα, ή ξεπεσμένο ηθοποιούλη, ή αναιδή πανεπιστημιακούλη. Μα πνεύμα δεν είναι το γούστο μιας ώρας, οι χαριεντισμοί μιας ψεύτικης ευγένειας, οι κρυμμένες σεξουαλικές φαντασιώσεις, οι υστερόβουλες διαχύσεις, η επιδιωκόμενη ευδαιμονία. Πνεύμα είναι η καρδιά μιας ζωής. Τι μπορούν να πουν οι τυφλοί σε τυφλούς και πού να τους οδηγήσουν; Η απάντηση έχει δοθεί και δυστυχώς δίνεται μπροστά στα μάτια μας.
Ας πάρουμε τώρα ένα παλιό, γνωστό, μάλλον θλιβερό και φορτισμένο αρνητικά για τους περισσότερους σύνθημα. Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Γιατί άραγε, ίσως βλάκες, ίσως έξυπνοι έβαλαν αυτή τη σειρά; Είναι τυχαία, ανούσια και γελοία, ή παρά τη φθορά της, ακόμα κι έτσι στον ξεπεσμό της λέει πράγματα αυτή η φράση των τριών λέξεων; Και θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη σειρά επί ώρες και σελίδες, όπου η ιστορία αμείλικτα έχει οριστικοποίησει χαρακτηρισμούς και τη θέση των ανθρώπων που πρόδωσαν την πρώτη, αρνήθηκαν τη δεύτερη ή μόνο εγκατέλειψαν την τρίτη. Κι ενώ για τις δυο τελευταίες χωρίς πρόβλημα τα ρήματα μπορούν να εναλλαχτούν για την πρώτη λέξη το ρήμα είναι αποκλειστικότητα. Τι κι αν αρνηθώ την οικογένεια μου, την εγκαταλείψω, την περιφρονήσω, τη μισήσω, ή εκείνη με πολλούς τρόπους, πονηρούς, τακτικούς και τρυφερούς, αξιοπρεπείς, σοβαρούς και προστατευτικούς, το κάνει προς εμένα, ποτέ κανείς και τίποτε δε θα με ονομάσει προδότη. Η θρησκεία η κακομοίρα στα δικά μας τα μέρη (βλέπε Δύση όπως και να το κάνουμε) και στους δικούς μας τους καιρούς ( πες τους σύγχρονους, μοντέρνους, νεωτερικούς , μετανεωτερικούς ή δεν ξέρω εγώ τι) έχει ανοχές. Κι αν ακόμα είτε μειράκια, είτε γερόντια της αριστεράς και πάλι, ασχολούνται μαζί της νομίζοντας ότι ζουν στον 16ο αιώνα και στη Γαλλία είναι γιατί τους βολεύει να ασχολούνται με ένα ακόμη φάντασμα. Αδυνατούν γενικά να δουν πραγματικότητα. Εξυπηρετούνται διανοητικά, ψυχικά και πρακτικά να ζουν στο δικό τους κατακερματισμένο φαντασιακό ( πού είσαι Κορνήλιε) από το να αντιμετωπίσουν το αδυσώπητο προσωπικό τους σήμερα. (Διευκρίνηση περιττή για ανθρώπους. Κανείς συνεπής με την ιδεολογία του δε θα εξεγερθεί με αυτά που λέω. Βολεμένοι ναι).
Κι όμως πολλοί επιμένουν ότι δεν υπάρχει πατρίδα, ή ότι δεν έχει σημασία και συχνά χρησιμοποιούν επιχειρηματολογία διαφωτισμένη και διαφωτιστική, συγχέοντας όμως την ιστορική πραγμάτωση του έθνους των τελευταίων δύο αιώνων με τη μάλλον πολύ παλιότερη έννοια της πατρίδας. (Κι εδώ τι πρεσβεύω άραγε; Μια ιδεολογία ναζιστικού τύπου όπου το χώμα, το αίμα και η φυλή γίνονται από προσωπικές αλήθειες διαχωριστικά δεδομένα που οδηγούν σε πρόσθετους χωρισμούς, πάθη και βία; Όχι βέβαια. Υπάρχουν βλαστήμιες και βλαστήμιες και ακόμα κι αν έχω φλερτ με λάθη, θέλω να τα αποφεύγω). Αν είναι να πάρω θέση σύντομη, άμεση και περιεκτική, θα έλεγα ότι σημασία έχουν αυτά που μας ενώνουν απείρως μεγαλύτερη από αυτά που μας χωρίζουν. Κι αν θέλω κι εγώ κάτι είναι ένωση και κοινωνία κι όχι, διαζύγιο και ερημία. Όμως το σώμα μου είναι ένα επαρκές υλικό σημείο, απαρτιζόμενο από χώμα που ανυπόμονα περιμένει την επιστροφή του στα ανόργανα υλικά του. Και επειδή όλα τα υλικά μου χαρακτηριστικά υπακούν σε φυσικούς νόμους και ειδικά και κύρια της βαρύτητας, καταλαμβάνω όγκο, έχω κάτι σαν συντεταγμένες ύπαρξης, αυτό μοιάζει να καθορίζεται κυρίως από την υλική, τη χωμάτινη πατρίδα μου, στην αρχή σε μια εντελώς μικρή κλίμακα, σπίτι, γειτονιά, σχολείο, πόλη, χωριό, τόπο τέλος πάντων αυτό το υλικό και μόνο υλικό στοιχείο μου, μοιάζει να γίνεται εντελώς καθοριστικό της ύπαρξης μου. Δεν μπορώ να αφαιρέσω την ύπαρξη του τόπου από την ύπαρξη μου. (Φυσικά μπορώ να την αναιρέσω, δεν είναι μάλλον ευχάριστο αυτό). Ανάερο και αποκλειστικά πνευματικό άνθρωπο δεν έχω συναντήσει και δε με ενδιαφέρει άλλωστε. Το υλικό έχει τη χάρη του. (Δεν ασχολούμαι με την περίπτωση της μετοίκησης, δε με ενδιαφέρει, είναι σχεδόν αυτονόητα και κοινά τα αισθήματα αλλά και η κατάληξη του ότι δεν γίνεσαι ποτέ μέρος της νέας σου πατρίδας, αυτής που κυρίως για λόγους εργασίας επιλέγεις. Νόστος υπάρχει μόνο προς μια κατεύθυνση).
Άρα τι κάνω αν θέλω να είμαι άνθρωπος και μάλιστα “σύγχρονος”; Την αρνούμαι; Μήπως την προδίδω; Την ξεπερνώ; Μα πώς; Για να ξεπεράσω την πατρίδα μου εγώ δε βλέπω παρά μόνο ένα τρόπο και επαναλαμβάνω δε μου αρέσει. Από την άλλη, είμαι μέρος της ή είναι εκείνη μέρος δικό μου; Είμαι εγώ σημαντικός για εκείνη ή εκείνη είναι σημαντική για εμένα;
Όμως όλα αυτά πρέπει να έχουν ένα σκοπό, ένα κέντρο, ένα στόχο. Αυτός πρέπει να με συμπεριλαμβάνει, εγώ να τον χωράω, εκείνος να μου δείχνει δρόμο και τρόπο, εγώ να τον ακολουθώ και να ελευθερώνομαι, αυτός να μου δίνει νόημα για όλα, μεγάλα και μικρά, εγώ να τον νιώθω πιο μέσα από το ίδιο μου το κορμί, πιο σημαντικό από το αίμα στις φλέβες μου, πιο ουσιαστικό από τον αέρα που αναπνέω. Πρέπει να είναι αλήθεια μου, πιο μεγάλη από εμένα, χωρίς να με πατάει ή να με ισοπεδώνει, να με υποτάσσει, ξεγελάει, καταπιέζει, τρομοκρατεί, φοβίζει, μπερδεύει, ευτελίζει, χρησιμοποιεί. Πρέπει να είναι πιο μέσα από τα οστά μου, πιο ζωογόνο από την καθημερινή μου τροφή, πιο δροσερό από το νερό που χρειάζομαι, πιο απαραίτητο από το οξυγόνο που αναπνέω. Πρέπει να το νιώθω τόσο που να μην το νιώθω, να μην χωρίζει από εμένα, να μην χρειάζεται εξηγήσεις, αιτιάσεις, δικαιολογίες, επιχειρήματα, σοφίες , ευκολίες ή δυσκολίες, να μη μπορώ να το βγάλω από πάνω μου, από μέσα μου ή εγώ να υπάρχω ξέχωρα από αυτό. Άλλη μια ένωση επιθυμώ; Ίσως την Ένωση. Ίσως την ενότητα.
Κι όμως αυτό που βιώνουμε είναι ένας ατελείωτος κατακερματισμός, ένα σκόρπισμα, μια διάλυση όπου δύσκολα τα αυτονόητα πραγματοποιούνται, τα λογικά επιδιώκονται, τα επιβεβλημένα συζητούνται. Ένα σκόρπισμα μέσα κι έξω από τους περισσότερους.( Εδώ πρέπει να πω ότι ούτε καν οι “ιδεολογικοί” μου αντίπαλοι είναι αρκετά συνεκτικοί πια, ή μάλλον το αντίθετο είναι τόσο συνηθισμένη η διαφορά λόγων και έργων που θεωρείται το φυσιολογικό. Όλοι μεταθέτουν τις ουσιαστικές, αγωνιώδεις κατά τα άλλα αλλαγές σε ένα απώτερο, ιδανικό, πλήρες μέλλον, μια γενικευμένη ξεπεσμένη εσχατολογία, όπου το παρόν είναι κοινό , καταναλωτικό, φρικτά δουλοπρεπές και απόλυτα υλόφρον. Μακάρι οι αντίπαλοι αυτοί να με έπειθαν με το υψηλό του ήθους ή των λόγων τους. Χαμηλά όλα όμως.) Πώς γίνεται η ένωση;
Στον επόμενο από τον αιώνα της διάσπασης του ατόμου και του πυρήνα του, δε μένει παρά η εξαφάνιση στα στοιχειώδη σωμάτια τα χωρίς νόημα στην ύπαρξη τους ή μια γενναία πράξη επανεύρεσης. Πάλι τρίτο δε χωράει. Δηλαδή το ερώτημα είναι εξωφρενικά απλό και όμως μοιάζει να μεταμφιέζεται συνεχώς. Τι προτιμούμε, τη ζωή ή το θάνατο; Και μπορεί η ζωή να είναι μόνο υλική; Υπάρχει και το κάτι άλλο ή είμαστε στον κόσμο της φυσικής και της πτώσης; Δηλαδή υπάρχει υπέρτερη δύναμη της βαρυτικής ; Ο άνθρωπος μπορεί να πετάξει ή είναι καταδικασμένος στην επιφάνεια της γης, μέρος του φλοιού της, φλοιός και ο ίδιος; Η παροδική μετουσίωση της ανόργανης ύλης σε ένα ανθρώπινο σώμα εξαντλείται στις χημικές, βιολογικές, φυσικές διεργασίες, στο παρόν το εξαφανιζόμενο αιωνίως, το αέναα μετακινούμενο μέλλον, στην ελλειπή συνείδηση των πράξεων και των γεγονότων, στο περιορισμένο και ελλιπώς ορισμένο από τον ίδιο, στην αδυναμία της γλώσσας και των εννοιών του, στην αγνωσία και στην απροσδιοριστία, στο κενό του μέλλοντός του, στο κενό της ύπαρξης, στο κενό καθεαυτό ή;
Και σ' όλ' αυτά εμείς, εδώ, οι κάποιοι εμείς που θέλουμε δε θέλουμε , άλλο όνομα από Έλληνες δεν μπορούμε να έχουμε, είμαστε διπλά και τριπλά καταδικασμένοι από όλα όσα είμαστε , είτε το ξέρουμε, είτε όχι, και σε όλα όσα θέλουμε μα δεν μπορούμε να είμαστε, στην ακαθόριστη εικόνα του ατομικού κοσμοειδώλου του καθενός. Κι όμως κάτι είμαστε ακόμα και ξέχωρα από εμάς ή από την εκφρασμένη θέληση μας. Με ένα περίεργο τρόπο οι άνθρωποι δεν είμαστε καταδικασμένοι στην διάσπαση, αλλά προορισμένοι στην ένωση. ( Εδώ δεν μπορώ να αποφύγω να πω ότι οι Έλληνες είμαστε καταδικασμένοι στην ένωση. Σκεφτείτε ότι είναι με τον γείτονα σας. Για να μη θυμίσω την απόλυτη φρίκη, με τον ίδιο τον εαυτό σας).
“Της τέχνης μου η περιοχή”. Μα είναι δυνατόν να μπερδεύεται το μεταφυσικό σε τόσο υλικά, απτά, καθημερινά προβλήματα; Θα μας δώσουν οι φιλοσοφίες ψωμί, θα μας πληρώσει η τέχνη τα χαράτσια, φαΐ η ποίηση; Ο άνθρωπος είναι αδυσώπητα υλικός, δε θέλει από τα άλλα. Έλα μου ντε που τα άλλα είναι πολύ πιο άγρια, επιθετικά και το κυριότερο εκδικητικά. Αν τα ξεχνάς πληγώνουν, αν τα περιφρονείς, βασανίζουν, αν τα αρνείσαι σε διαλύουν πιο απτά από τα πυρά του σκληρότερου εχθρού. Το άυλο νικά το υλικό. Στο κάτω κάτω της γραφής και τα λόγια σε κάθε μορφή και σε κάθε μέσο άυλο είναι. (Δεν είναι υπόσταση των λέξεων οι συχνότητες τους ή το μελάνι τους). Όταν κοιτάζω κάποιον ή με κοιτά είναι υλικό φαινόμενο ή έχει το μερτικό της και η άλλη πλευρά; Η σκέψη είναι μια νανοπούλεια περιοριστική διαδικασία ή κάτι απείρως πιο μεγάλο και αλήθεια πραγματοποιήσιμο σε κάτι τόσο μικρό όσο το ανθρώπινο μυαλό; Η μεταφυσική είναι πιο απαραίτητη από τη φυσική ή πιο φοβερή;
Things fall apart; the centre cannot hold.

Β ΜΕΡΟΣ ( χαμηλότερου επιπέδου)

Μα το έλλειμμα γεμίζει. Η απώλεια αυξάνεται. Η ένδεια φαρδαίνει. Και τώρα ας χαμηλώσουμε κι άλλο το επίπεδο του κειμένου αυτού και ας δούμε την υλική , απολύτως πραγματική πλευρά του προβλήματος. Κάποιος είναι παράλογος, κάποιοι ζουν τον παραλογισμό. Συνήθως εκτοξεύονται κατηγόριες , συχνά προσβλητικές με σκοπό ποτέ την ανακάλυψη της αλήθειας (η αλήθεια θεωρείται μια άγνωστη ήπειρος όπου απλά οι θαλασσοπόροι μας δεν έχουν αρκετά στοιχεία ή γνώσεις για να τη βρουν), αλλά την εξάλειψη ενός ακόμα ενοχλητικού λεκτικού αντιπάλου. Πότε σε αυτήν τη χώρα, η λέξη αριστερός έγινε από πολιτική θέση και μάλιστα θολή, ασαφής, υπερβολικά ηρωική, επιπόλαιη, φιλοσοφικά άγνωστη, οντολογική κατηγορία; Μα ήδη με την ερώτηση έδωσα και την απάντηση.
Μετά το σαράντα η χώρα έγινε ένα θλιβερό εκκρεμές όπου ποτέ δεν ισορρόπησε. Δέκα χρόνια καταστροφής , πολέμου, αιματοκυλίσματος. Τριάντα χρόνια όπου μια δεξιά λίγη, μα αρκετά Ευρωπαϊκή κατά το κοινώς λεγόμενο, σπάνια το ορθώς, συχνότερα το λάθος πράττειν, με ένα μικρό, σχεδόν ανύπαρκτο όραμα κυβέρνησε τον τόπο, άλλα τριάντα όπου η σοσιαλιστική και αριστερή πτέρυγα ( τα διαλείμματα της ΝΔ δεν έχουν καμιά σημασία, η πρακτική υπήρξε μόνο μία) άσκησαν επίσης εξουσία, πιο δόλια, το λέω ξεκάθαρα κι εκτός παρενθέσεως, πιο διεισδυτικά, πιο βαθιά, παίρνοντας μια μόνιμη εκδίκηση σε όλα όσα ήξεραν μα και σε πάρα πολλά από όσα δεν ήξεραν, λερώνοντας, βρομίζοντας, καταστρέφοντας και διαστρέφοντας τα πάντα και όλους , και μέσα κι έξω, και πατρίδα και θρησκεία και οικογένεια. (Πόσοι εδώ θα σταματήσουν φτύνοντας τον συγγραφέα σίγουροι). Μα για να γυρίσω στη δήλωση του αριστερού που μου έλεγε ότι πατρίδα και θρησκεία δεν του λένε τίποτε, τότε τι έχει και τι μένει στη ζωή του, τους, μας;
Και φτάσαμε στο σημερινό σημείο όπου χρόνια οι μόνοι στόχοι που τίθονταν στις ζωές τις ατομικές αλλά και του συνόλου ήταν οικονομικοί. Τουλάχιστον τριάντα χρόνια τίθεται αυτό , συχνότερα ως μαστίγιο , στο ενδιάμεσο και ως καρότο, μα για πολύ λίγο, και με απροκάλυπτη ξεδιαντροπιά, για τα ψίχουλα που πέταξαν ή μόνο έπεσαν από το τραπέζι του μεγάλου ξεφαντώματος του 80, τον έκλεψαν κανονικά στα τέλη του 90, του πέταξαν άλλον ένα ψεύτικο στόχο στις αρχές του 2000 και μετά άρχισε η αδυσώπητη, ελεύθερη ή ακόμα χειρότερα, ελεγχομένη πτώση του. ( Πολύ συχνά επανέρχομαι στο όνομα του Σημίτη, θεωρώντας το υπεύθυνο για πολλά. Στα χρόνια τα δικά του τα νέα σύμβολα, εκσυγχρονισμός, νομισματική ένωση, Ευρώπη αποκτούν μια καθοριστική και μεγάλης εμβέλειας επέκταση μέσα στο σώμα της κοινωνίας, εις βάρος κάθε φορά και ενός κομματιού αξιοπρέπειας, Ίμια, Οτσαλάν, πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, όπου πουλήσαμε την ψυχή μας και δεν εξασφαλίσαμε το ξεροκόμματο. Πάντα το λέω το άυλο εκδικείται πολύ πιο σκληρά το υλικό. Μα το οικονομικό-υλικό για άτομα σαν τον Σημίτη είναι το μοναδικό, το μέγιστο. Δεν μπορώ να τον κατηγορώ για ανικανότητα, ούτε να του προσάψω το ότι ο δεύτερος τη τάξει ήταν ο Άκης, και φαντάζομαι δεκάδες κι εκατοντάδες άλλοι αντίστοιχοι στην κλίμακα τους. Θα μου πεις πολλή η άγνοια. Δεν πειράζει, όμως ούτε αυτό. Είναι η πνευματική του ανεπάρκεια που τον οδηγεί στη δικιά του νομοτέλεια στις αντίστοιχες πράξεις. Υπάρχει δηλαδή σε όλους αυτούς τους ανθρώπους του υλικού, μια συνεχής και από τους ίδιους ελαφρά τη καρδία πρόταξη κατά περιπτώσεις ανικανότητας και ανεπάρκειας. Με περηφάνια θα πουν σας το λέγαμε , δεν ήταν καλό το καράβι. Μα τότε γιατί είσαι καπετάνιος του; Ή δεν είσαι; Απαλλαγή δεν υπάρχει και μου αρκεί η λήθη που θα καλύψει ονόματα και παρουσίες τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κατεξοχήν υποτιθέμενος φιλόσοφος της περιόδου ο Σ. Ράμφος, έχει σαν διανοητική του ναυαρχίδα την εξατομίκευση, κρίνει από τη δικιά του προκρούστεια κλίνη τη ζωή, αλληθωρίζει επαρκώς προς το ΠΑΣΟΚ, έχει πάρει ανοιχτά θέση υπέρ του εκσυγχρονισμού και ακόμα πιο συγκεκριμένα του Γ. Παπανδρέου και απλά υπογραμμίζει το αιώνιο διαζύγιο διανόησης και πράξης, σκέψης και φιλόσοφου βίου- μα για τον Σ. Ρ σε λίγο και άλλα ).
Άρα είχαμε να μπούμε στην ΕΟΚ, να πάρουμε μέρος στην νομισματική ένωση, να κάνουμε τους Ολυμπιακούς, να κερδίσουμε και να χάσουμε πολλά στο χρηματιστήριο, να αλλάξουμε τις κουζίνες και τα μπάνια των σπιτιών μας, (που μάλλον τα είχαν χτίσει χωρίς δάνειο το 60 και το 70 οι γονείς μας, ενώ εμείς και για τις διακοπές μας παίρναμε δάνειο. Άλλο είναι να χτίζεις σπίτι, άλλο να αλλάζεις κουζίνα), να μάθουμε ένα σωρό ονόματα καταναλωτισμού, να αυξήσουμε γύρω στα τετρακόσια κυβικά τα αυτοκίνητα μας, να χάσουμε λίγα από όσα μας ενώνουν σε ένα θολό πολτώδες επικάλυμμα συνηθειών στη θέση των πράξεων. Ποιος σου είπε ταλαίπωρε πνευματικά Καραμήτρο, να γιορτάζεις τα Χριστούγεννα ψωνίζοντας και το Πάσχα τρώγοντας; Και η άλλη πλευρά να μην υπάρχει, αυτά είναι λίγα κακόμοιρε. Χρειάζεσαι, θέλεις δε θέλεις άγκυρα στον ουρανό, το σκοινί να τραβά ψηλά, το βάρος από το μεγάλο σίδερο να τη ξεσέρνει στα σύννεφα. Τα πολλά που έτρωγες, έπαιρνες, αποκτούσες, συσσώρευες είναι ελάχιστα. Το κυριότερο δεν σου κρατούν τη ζωή. Δεν κρατάνε εσένα όρθιο. (Θέλεις και ρητά των Αρχαίων. Πάρε μαζεμένα δυο. Ουρανούχον αρχάν- Φυτόν ουκ έγγειον αλλά ουράνιον.)
Τι έχουμε πάθει λοιπόν στη σημερινή χώρα που τη λένε Ελλάδα και μοιάζει πιο συχνά να είναι ο περιορισμός και η άρνηση του altra cosa. Η αριστερά είναι δράση και αληθινά η δεξιά είναι αντίδραση, δεύτερη και καταϊδρωμένη. Και οι δυο συντελούν με μια εξωφρενική (κυριολεκτικά) πολιτική και πρακτική ανεπάρκεια να υπηρετούν όχι τον τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά ανθρώπους τους και πολλών ειδών ακόμη τοπικισμούς, (όχι απαραίτητα μα ακόμα και σήμερα μερικές φορές γεωγραφικούς). Και οι δυο συντελούν σε συντέλεια και στοχεύουν σε ρήξη. Κι οι δυο αποτελούν την έμπρακτη απόδειξη του λίγου που οδηγεί στο ελάχιστο. Και οι δυο γεννούν μια καινούρια πρωτόγνωρη ορφάνια, μια ορφάνια που αγκαλιάζει με τη φονική και δηλητηριώδη στοργή της μια ολόκληρη χώρα, μια πατρίδα, μια από τις πολλές, μια κοινωνία, πολλούς ανθρώπους. Οι κάτοικοι αυτού του τόπου λοιπόν με περηφάνια γκρέμισαν τις γέφυρες με το παρελθόν τους και με τις παραδόσεις τους ή ακόμη χειρότερα τις προέβαλλαν με τέτοιο τρόπο που γέννησαν μια απόλυτη και δικαιολογημένη αποστροφή που οδήγησε σε μια γενικευμένη άγνοια.( Αν ο ένας στους χίλιους ανθρώπους των γραμμάτων ξέρει ή έχει ψιλιαστεί κάτι αυτό δε σημαίνει τίποτε γιατί δεν υπάρχει λειτουργία. Δε ζούμε μόνοι μας. Ή όλοι μαζί θα χαθούμε ή όλοι μαζί θα ζήσουμε. Στο ένα κομμάτι και είναι πολύ βασικό).
Συμβατικά. Δυο παραδόσεις είχαμε και με την πρώτη, των αρχαίων δεν υπάρχει επαφή για λόγους πρακτικούς και φυσιολογικούς, (χρονική απόσταση, ιστορικό της τέλος) και πνευματικούς-διανοητικούς (έλλειμμα παιδείας και τεμπελιά των απογόνων) ενώ με τη δεύτερη (Βυζάντιο-Χριστιανισμός), υπάρχει, ή συνειδητή και μάλιστα περήφανη άρνηση και αποστροφή, ή τυπική διατήρηση δηλαδή ουσιαστική κατάργηση. Και στις δυο περιπτώσεις η άγνοια γίνεται ο καινός κενός γενικευμένος τόπος μιας χώρας. Και στις δυο περιπτώσεις οδηγούμαστε σε χαμό. Με άλλα λόγια. Είμαστε στην άκρη του κλαδιού και πριονίζουμε συνεχώς το σημείο επαφής με τον κορμό (πρόσφατο παρελθόν και ότι σημαίνει αυτό) προκειμένου να αποκτήσουμε σχέση με τη ρίζα και παραβλέποντας ότι θα την πλησιάσουμε μεν, σε μια βίαιη και θανατηφόρα πτώση μας δε. Άλλος δρόμος να πάρουμε το κλαδί και να το κολλήσουμε σε άλλο μεγάλο δέντρο, δε γίνεται. (Άνθρωποι της πόλης το μπόλι είναι ένα τόσο δα μάτι και πρέπει να ξέρεις πώς θα το βάλεις και πότε). Και ποιος είναι λοιπόν παράλογος και ποιος είναι ο παραλογισμός; Δεν έχει την παραμικρή σημασία η συνέπεια λόγων και πράξεων. Αυτό είναι το κυρίαρχο ρητό της κοινωνίας μας.
Σκιαγραφώ λοιπόν σε χαμηλό επίπεδο -το τονίζω- την καθημερινότητα μας. ( ο όρος αριστερός είναι μια αλήθεια αλλά περιλαμβάνει όλους). Ακούς Κόσμο στο ραδιόφωνο και μοντέρνα μουσική, ωραιοποιείς την αστική τάξη, μερικές φορές την υμνείς κιόλας, σε κείμενα σου μοιρολογείς για την απουσία ή τη μη επέκταση της εμβέλειας της, αλλά είσαι αριστερός, δεν έχεις διαβάσει λέξη από τους αρχαίους ημών προγόνους, παραβλέπεις τη θρησκεία, τους νόμους και τα κράτη τους, αλλά είσαι αριστερός, ( σε πολλούς υπάρχει μια χολιγουντιανή αίσθηση της αρχαιότητας και όχι περισσότερη γνώση της), φοράς ρούχα επώνυμα, κοιτάς ή αγοράζεις έπιπλα επώνυμα, αξεσουάρ επώνυμα, σκεύη για το σπίτι επώνυμα, παπούτσια επώνυμα, διακοσμητικά επώνυμα, αλλά είσαι αριστερός, αισθάνεσαι όσο πιο βόρεια και δυτικά γίνεται, νιώθεις γνήσιο παιδί του Διαφωτισμού (ξέρεις και πιπιλάς δυο ονόματα Ρουσό Βολτέρος και ένα μόνο ρητό τους), γιος της γαλλικής επανάστασης, πρωταγωνιστής του Ρομαντισμού, φίλος Άγγλων αριστοκρατών, σύντροφος των Καρμπονάρων, πηγαίνεις στο Μπάντμιτον για χορό στον πάγο, Κινέζους πολεμιστές, βιενέζικα βαλς, αλλά είσαι αριστερός, τρως σε fast food, σε πολυτελή ή καλύτερα trendy μαγαζιά, επώνυμα και αυτά, όλα επώνυμα σε αυτά, από τον σεφ μέχρι το χαρτί τουαλέτας, στέκια όλο design , σε χρώματα απαλά, παλ, γήινα ή έντονα , ανάλογα με τη μόδα, αλλά είσαι αριστερός, έχεις ακριβό ή χαριτωμένο αυτοκίνητο, έξυπνη συσκευή τηλεφώνου, κάνεις γιόγκα ή διαλογισμό, δηλώνεις άθεος ταυτοχρόνως, πηγαίνεις στας Ευρώπας όπου μοιράζεις το χρόνο σου σε μουσεία (βαρετό μα επιβεβλημένο) και σε αγορές (επιτέλους ενδιαφέρον και ευχάριστο) μα είσαι αριστερός, στα μαγαζιά όπου κι αν βρεθείς απαιτείς, ναι απαιτείς άριστη συμπεριφορά από τους εργαζομένους ( είναι δούλοι εκείνη τη στιγμή, μετά σε κάποιο συλλαλητήριο ξαναγίνονται σύντροφοι), αλλά είσαι αριστερός, ασκείς βία, βία στον σύντροφο σου, στα παιδιά σου, στην οικογένειά σου, στον συνάδελφο σου, στον συνεταίρο σου, στον απέναντι σου, μα είσαι αριστερός, πας στα νησιά ή στο Πάπιγκο, πίνεις καπουτσίνο ή εσπρέσο, τρως γλυκά με περίεργα ονόματα, διαβάζεις , (μάλλον τσαλαβουτάς) τις κυριακάτικες εφημερίδες, μα είσαι αριστερός, μιλάς για συγγραφείς Αμερικάνους, Νεοζηλανδούς, Κονγκολέζους, Γκανέζους Γάλλους φυσικά , ακόμα και Μογγόλους συγγραφείς, ( μα περιφρονείς τον Παπαδιαμάντη, αγνοείς τον Σολωμό, κατηγορείς ταξικά τον Ελύτη), μα είσαι αριστερός, μαγεύεσαι χωρίς να γεύεσαι ότι σου σερβίρουν στήλες και περιοδικά, παλιότερα ήσουν ειρηνιστής (φαίνεται ήρθε η ειρήνη στον κόσμο , άλλο αν δεν την βλέπουμε) και τώρα έχεις μια κάποια οικολογική συνείδηση, πιθανά καταναλώνεις και βιολογικά προϊόντα, αλλά είσαι αριστερός, όλοι και όλες και όλα, αθώα-αφελή θύματα του τίποτα τους, που έκπαγλο και απροσάρμοστο μα εξουσιαστικό, βοά εκκωφαντικά στον καθένα, απαιτώντας τον δικό του θάνατο, την οριστική πτώση. (Επαναλαμβάνω να μη διαβαστεί από άθεους και αριστερούς. Μόνο να μου βρείτε ευτυχισμένους και μη βοηθούμενους από ψυχοθεραπευτικές-ψυχαναλυτικές-ψυχοβγαλτικές διαδικασίες).
Πόσο διαφέρει ο “μέσος” νεόπλουτος από τον “μέσο” αριστερό; Πόσους θεούς προσκυνούν; Ποιος είναι ο υπέρτερος θεός τους; Τι σημασία έχουν οι ιδεολογικές τοποθετήσεις, συζητήσεις, καυγάδες, σκέψεις αραιά και πού, τύψεις σπάνια, όταν κάθε μέρα, κάθε στιγμή, είναι στην υπηρεσία, στην αναζήτηση, στον πόθο του χρήματος; Αν το έχεις μεριμνάς και για άλλο, αν δεν το έχεις το λιγουρεύεσαι. Κάθε βήμα, κάθε πράξη, κάθε σκέψη από τους κατέχοντες και μη υπαγορεύεται από αυτό. Ξέρω αναρχικούς με πρότυπο ζωής μεγαλοαστικό, ξέρω αριστερούς με αυτοκίνητα 4000 κυβικών, ξέρω μεγαλοαστούς που θεωρούν εαυτούς επαναστάτες, ξέρω χριστιανούς που κλέβουν ασύστολα και πίνουν το αίμα των άλλων, ξέρω άθεους που κάνουν μπίζνες με μητροπολίτες, ξέρω ηγούμενους μοναστηριών που ξεπουλάνε τη γη τους για γήπεδα γκολφ και το νερό της περιοχής τους για να ποτίζονται τα γκαζόν.
Όχι, δεν είναι αυτοί οι παράλογοι, αυτοί είναι ο κανόνας.

Γ ΜΕΡΟΣ.

Είμαστε για ποίηση τώρα; Είμαστε για πράγματα του αέρα; Για φιλοσοφία; Σε ένα κόσμο μορφωμένων, δηλαδή διαμορφωμένων ανθρώπων αυτά δε θα συνέβαιναν. Η δια-μόρφωση γίνεται όμως ή από κάτω από την αληθινή ζωή που κρατά ένα πυρήνα πνεύματος ή από πάνω από τον επώδυνο αγώνα με τα γράμματα και τις τέχνες, όχι την αερολογική μίμηση ξένων προτύπων. Ούτε φυσικά είναι πρόβλημα η αριστερή σκέψη, περισσότερη έλλειψη της υπάρχει παρά κυριαρχία της.( ούτε ο Πουλαντζάς, ούτε ο Καστοριάδης, ούτε ο Κονδύλης διαβάζονται πια τόσο παθιασμένα -αναφέρω τρεις καταξιωμένους τυπικά και νομίζω και ουσιαστικά διανοητές). Το μεγάλο πρόβλημα του τόπου είναι η πνευματική τσαπατσουλιά, η τεμπελιά, το ράδιο αρβύλα των απόψεων και των γνωμών μας. Είναι σαν να έχει μεταμορφωθεί ολόκληρος ο διανοητικός βίος του τόπου σε ένα γιγαντιαίο κουρείο, κάτι άκουσα, κάτι μου είπαν. Έτσι δεν προχωρούν τα πράγματα. Μπορούμε να έχουμε όλοι γνώμη για όλα, μα με τίποτε δεν μας περνάει από το νου ότι απαιτείται κόπος για να φτάσεις κάπου. Είμαστε μια χώρα βουτηγμένη στα παραμύθια όπου θέλουμε μόνο το τέλος και τις αμοιβές του ήρωα, χωρίς ποτέ να κάνουμε τον αγώνα. ( Οι γενικεύσεις είναι απαραίτητες και οι διευκρινήσεις περιττές. Δε μιλάω για τους αρκετούς που αγωνιούν και αγωνίζονται, μα την γενικευμένη κατάσταση). Things fall part.
Επιτελώντας την ιεροσυλία της χρήσης του ονόματος αυτού για το δοκίμιο μου, που είναι αλήθεια δοκιμή πολλών πραγμάτων ( και των νεύρων των αναγνωστών που αρνούμαι, αν κι συχνότερα αυτοί με αρνούνται), το κείμενο το Ζ. Λορεντζάτου ξεκινά με αφορμή την ποίηση του Σεφέρη γενικά και των τριαντάχρονων της Στροφής ειδικά, για να γίνει ένα από τα σημαντικά (γεμάτα σημασία ) κείμενα όχι μόνο του νεοελληνικού μα του “σύγχρονου” βίου γενικώς. Αλήθεια όμως υπάρχει σύγχρονος, άχρονος, νέος ή παλιός βίος ή άνθρωπος; Είναι τα πνευματικά καινούρια, διαφορετικά, φρέσκα ή μπαγιάτικα; Ας είναι. Θα μιλήσω και πάλι για το παρόν μας με δύο τρόπους. Ο ένας θα είναι το κείμενο του Ζ.Λ. Ο άλλος θα είναι ξένοι, Δυτικοί που στο όνομα τους ορκίζονται οι “άνθρωποι των τεχνών” μα που μου μοιάζει ότι δεν πιάνουν ούτε κλάσμα του βάθους τους. (Θεωρώ περιττή παρένθεση την παραίνεση να διαβαστεί και ξανά να διαβαστεί ολόκληρο το κείμενο του Ζ. Λ. Μακάρι.) Χρησιμοποιώ την έκδοση του Δόμου, τόμος 1, σελ. 333-419. Κόβω με αυθαιρεσία και κόβω πολύ, βάζοντας άλλοτε μικρές φράσεις, άλλοτε ούτε αυτές ολόκληρες, σε κάποιες περιπτώσεις , μερικές παραγράφους.

“Η παράδοση δεν είναι καθόλου ζήτημα εθνικό”(σ.343).
“Ένα μόνο μπορούμε να πούμε: πως κατά κάποιο τρόπο την εποχή εκείνη του ρομαντικού κλασικισμού της Ευρώπης την καταδίκη μας την υπογράψαμε από τη στιγμή που δεχτήκαμε να λάβομε μέρος στην ευρωπαϊκή συζήτηση αν είμαστε απόγονοι των αρχαίων ή όχι. Λες και εμείς δεν υπήρχαμε” (σ.344)
“...ο δυτικός ή ο νεότερος άνθρωπος αναζητάει κάποιο όραμα, κάποιο κέντρο χαμένο, πέρα ή έξω από τα σιδερένια δεσμά της λογοκρατίας στα οποία πεδουκλώθηκε μονάχος του από την Αναγέννηση και εδώθε”.(σ.356)... “ ζήτησε να ξεφύγει από το αδιέξοδο χτυπώντας αδιάκριτα και μες στα όλα τη λογοκρατία... κηρύχνοντας παρακαμπτήριους δρόμους.... πότε το πάθος και το αίσθημα....πότε τη φαντασία και το όνειρο, πότε την τρέλα και την ασυναρτησία, πότε την ψυχολογία του- ζενίθ και ναδίρ της συνείδησης.....βάζοντας μπροστά από τις διάφορες θεωρίες και μονομανίες, πότε ένα ir-(rationel) πότε ένα sur-(reel), πότε ένα sub-(consient)...,πότε ένα in-(consient) μα πάντα μέσα στα όρια του φυσικού, φροντίζοντας να κλείνει καλά πάνω από το κεφάλι του την μπουκαπόρτα του υπερφυσικού, δηλ. του πνεύματος. Το κέντρο εκεί βρίσκεται ή το χαμένο όραμα”(σ.357-8).
“ΜΠΟΡΕΊ ΜΕ ΤΟ ΞΈΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΊΣΗΣ ΑΥΤΉΣ,ΟΠΩΣ ΜΕ ΈΝΑ ΑΣΤΡΟΠΕΈΚΙ ΜΈΣΑ ΣΤΗ ΝΎΧΤΑ, ΝΑ ΦΑΝΟΎΝ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΉ ΧΩΡΙΣΜΈΝΟΙ ΟΙ ΔΡΌΜΟΙ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΏΠΗ, Ή ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΟΎΜΕ ΑΠΌ ΑΛΛΑ ΑΠΟΓΎΡΙΑ, ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΉ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ ΜΈΣΑ, ΤΟ ΔΙΚΌ ΜΑΣ ΔΡΌΜΟ, ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΈΧΟΜΕ ΚΟΙΝΟ ΤΟ ΣΗΜΕΊΟ ΤΟΜΉΣ ΑΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΑΨΑΛΑ, Ή ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΌΜΙ, ΟΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΤΟ ΑΣΤΡΟΠΕΛΕΚΙ ”.(Σ.363).
“Η τέχνη πρέπει να γίνει ξανά δουλειά σοβαρότερη, όπως ήταν πάντα. Η τέχνη πρέπει να βαφτιστεί στα νερά της πνευματικής ή μεταφυσικής πίστης”(σ.367)
“... αναφέρω την περικοπή για όσους νομίζουν πάντα πώς ήταν δυστύχημα που εμείς απουσιάζαμε από την Αναγέννηση... ή πώς δεν αποκτήσαμε ....φιλοσοφική γλώσσα και για τούτο υστερούμε πνευματικά και χρειάζεται .... να τρέχομε για να φτάσομε τους Ευρωπαίους. Σα να μετριόταν το πνεύμα με τα φιλοσοφικά λεξιλόγια ή με τη δεινότητα στην αφηρημένη σκέψη....Και δεν καταλαβαίνουμε πως η κρίση της Ευρώπης σήμερα ή ολόκληρου του πολιτισμού είναι, πρώτα από όλα , πνευματική ή μεταφυσική....και πως αν χρειάζεται για τους δυτικούς να πηδήξουν ή να περάσουν πάνω από τους τελευταίους τέσσερις ή πέντε αιώνες....για να φτάσουν σε κάποιο πυρήνα μιας διασπασμένης παράδοσης πνευματικής, εμείς αντίθετα δεν έχομε παρά μόνο λίγο δρόμο να κάνομε(σ.368) ( Ατυχώς αυτό το αφιερώνω στον Σ. Ρ. Και συνιστώ τον απολογισμό της σελίδας 373).

Επειδή αυτό το κόψιμο και ράψιμο είναι πολύ κουραστικό, σταματώ εδώ ενώ χιλιάδες θα μπορούσαν να ακολουθήσουν. Ενώ δηλαδή το κείμενο έχει αφορμή την ποίηση και λίγο φαρδαίνει προς την τέχνη γενικότερα , στοχεύει επιδέξια στο μεγάλο θέμα. Και ούτε με μακρινό, ούτε με υπερβολικό τρόπο. Όταν για παράδειγμα λέει στη σελίδα 370, πως ξεκίνησε για κάποιους η κρίση της ποιητικής με την κρίση της ποίησης, μα πως τους αποκαλύφτηκε “πώς η κρίση της τέχνης σήμερα είναι όχι ποιητική ή αισθητική αλλά μεταφυσική”, μπαίνει στο κέντρο του προβλήματος, είτε μας αρέσει, είτε όχι. Ή όταν (σ.382) “θέλομε με τα πράγματα αυτά της παράδοσης μας να κάνομε το ίδιο που άρχισε να κάνει κάμποσα χρόνια πριν η Ευρώπη με τα ξένα στοιχεία- τα έξω(exo)....για να πλουτίσει τα δικά της έργα(exotisme). Και το πετύχαμε το απίστευτο. Με την ταχτική αυτή κατάντησε να κάνομε εμείς σήμερα ¨εξωτισμό” με τα δικά μας πράγματα: το πατρικό μας σπίτι, το νησί, τη θάλασσα, ένα λιθάρι.”
Οριστικά σταματώ αυτή τη βίαιη και άτσαλη σταχυολόγηση. Φοβάμαι ότι δε θα πείσω κανένα από όσους δεν ξέρουν το δοκίμιο του Ζ. Λ. Να το διαβάσουν , ενώ εγώ μόνο το πλήγωσα. Κι εδώ οι εγωισμοί θα περισσέψουν. Όσοι το ξέρουν θα με περιφρονήσουν και θα με θεωρήσουν βάρβαρο. Όσοι το αγνοούν παίρνοντας τα κομμάτια που παρουσιάζω σαν το όλο θα κάνουν την εύκολη κατάταξη ( Ελληνοκεντρικός, πιθανά πιστός, εθνικιστής, παράφρον, μεταφυσικός της κακιάς ώρας κλπ). Το ωραίο είναι ότι θα έχουν όλοι δίκιο και θα λένε και λίγα. Όμως κάποια πράγματα δεν κόβονται. Χρόνια τώρα αισθάνομαι ότι οι Δυτικοί, οι πιο μπροστά ( όχι πιο ψηλά) δεν είναι παρά ταλαιπωρημένα πλάσματα που ανακαλύπτουν αυτήν τη βαθιά, την εσωτερική τους ταλαιπώρια, το μεγάλο βάσανο που ροκανίζει τα σωθικά τους και δεν τους επιτρέπει να ησυχάζουν. μιλάω βέβαια για αυτούς που συμβατικά λέμε μεγάλους στον κόσμο της λογοτεχνίας και της τέχνης τα τελευταία διακόσια χρόνια και που θα έλεγα χωρίς να λαθεύω και πολύ, ότι όλοι τους ήταν δυστυχισμένοι άνθρωποι, που συνειδητοποίησαν αυτή τους τη δυστυχία, το αδιέξοδο της πορείας του Δυτικού κόσμου, το μετασχημάτισαν σε έργο κατά τα μέτρα τους και συχνά οι ζωές τους ήταν φρικτές αποδείξεις αυτής της κατάστασης. Εκτός αν θέλετε να ασχοληθούμε με τους κατόχους των τελευταίων νόμπελ και να ξεχάσουμε τους Λοτρεαμόν, Ρεμπό, Μποντλέρ, Κάφκα, Αρτό, Νίτσε, (εδώ πρέπει να πούμε ότι όλοι οι Γερμανόφωνοι λογοτέχνες, είναι λογοτέχνες μιας βαθιάς δυστυχίας, ίσως να υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτό) μα και τον Σαντ και τον Μπουκόφσκι, τον Μίλερ και τον Μπάροουζ, τον Κέρουακ και τη Αχμάτοβα, την Πλαθ και τον Πάστερνακ και ευτυχώς η λίστα είναι μεγάλη. Εκτός αν η Μόρισον ή ο Παμούκ είναι σημαντικότεροι και δεν το κατάλαβα. Δηλαδή και δεν είναι τυχαίο, ούτε γράφεται, ούτε ασχολείται ο κόσμος (τόσο οι πολλοί αδιάφοροι, όσο και οι λίγοι ειδικοί) με τέτοια. Ή αλλιώς ο ξεπεσμός είναι τόσο στην παραγωγή όσο και στην Κριτική (θα ήταν αδύνατον να μη συνέβαινε έτσι).
Κι εδώ οι δικοί μας, σαν μανιακοί να θέλουν να ζουν και να κάνουν ότι έκαναν στη Γαλλία πριν 50 χρόνια, να διαλύουν τη γραφή ή τον πίνακα τους επειδή το είδαν και όχι επειδή έστω έφτασαν εκεί. Πόσο ψέμα, πόσο ψέμα κυλάει και διαφημίζεται, εκρηγνύεται και παρουσιάζεται αδιάντροπα, θέλει να πείσει με την κενότητα του, για την κενότητα του για κάποιο περιεχόμενο, θλιβερά παλιομοδίτικο, ανεδαφικό και καθυστερημένο, πιθηκίσια κίνηση που αφήνει ανικανοποίητα τα αφεντικά, βαριεστημένα και απομακρυσμένα. Κι όμως υπάρχουν γκαλερί και γίνονται εγκαίνια, βιβλία και γίνονται παρουσιάσεις, περιοδικά τέχνης και λόγου, βραβεία και τελετές, θυσίες και ιερείς που τις επιτελούν, άφθονα σφάγια και μια πορνεία που χύνεται στα πεζοδρόμια. Και μετά λέμε ότι έστω κι έτσι ο λαός μας είναι καθυστερημένος (αντίθετα η μη συμμετοχή δηλώνει ένα κάποιο είδος υγείας ακόμη) επειδή δε συμμετέχει πολύ ή τουλάχιστον με μια κάποια προθυμία στα καρναβάλια τους; (κυριολεκτικά καρναβάλια, χώροι και τόποι που τρώγεται η σάρκα θυμάτων. Μόνο που είναι όλοι θύματα). Μα αν γραφόταν μια ιστορία της τέχνης του 20ου αιώνα και έπρεπε να είναι χίλιες σελίδες, πόσες θα ήταν για την Ελλάδα από αξία και όχι χαριστικά, πέντε; Και αν έπρεπε να είναι διακόσιες σελίδες θα χρειαζόταν περισσότερο από μια παράγραφο;( Δεν είναι ότι αρνούμαι τη δύση και τώρα τη βάζω σαν υπέρτατο κριτή. Δέχομαι τα επιτεύγματά της και τους ανθρώπους της. Απλά δεν είναι η Δύση ο παράδεισος ή με τα λόγια του Μόρισον the west is the best κλπ στο τραγούδι -πώς και γιατί άραγε το ονόμασε έτσι, the end)
Δηλαδή αυτό που λέω και δεν είναι καινούριο , μα υπάρχουν πολλοί κουφοί από συμφέρον στη χώρα μας, είναι ότι η δύση, το καλύτερο της κομμάτι τουλάχιστον, το πιο δυνατό καλλιτεχνικά, που παίζει ακόμα και τώρα, το ρόλο μιας κάποιας συνείδησης, γνωρίζει, επισημαίνει, πολεμάει κατά το δυνατόν, συχνά συντρίβεται από το αδιέξοδο της. Δε γιορτάζει ο Μπέργκμαν ή ο Αντονιόνι την “δυτικότητα” του , μάλλον υποφέρει και αδιέξοδα επίσης, θέλει να απαλλαχθεί από αυτήν. Μα εδώ...Όχι εδώ ακόμα θέλουμε να εκσυγχρονιστούμε, να εκδυτικοποιηθούμε, να εξατομικευτούμε, να γίνουμε και σε ρούχα και σε αξεσουάρ και σε μουσικές και σε έπιπλα και σε φαγητά και σε ήθη και σε έθιμα ακόμα δυτικοί. ( βλέπε υιοθέτηση τρόπων σε τελετές γάμους, βαφτίσια, γενέθλια ή επί το νεοελληνικότερον happenings, open days, festivals, bazar κλπ). Όταν ένα παιδάκι δεν κόλλησε τις παιδικές αρρώστιες στην ώρα τους Στέλιο και τις γλίτωσε, δεν τρέχεις στα πενήντα και πόσο μάλλον στα χίλια πενήντα να του κολλήσεις ιλαρά. Αν έχεις να διδαχθείς και έχεις πολλά από τους δυτικούς καν' το, αλλά κράτα κάνα δυο πράγματα καθαρά Και ύστερα τι με διαβεβαιώνει ότι είναι καλύτερος άνθρωπος ή σκέτα άνθρωπος πιο πολύ, ο τραπεζίτης, ο χειριστής Π.Υ. , ο λόγιος ή ο άγριος του Αμαζονίου. Στα πνευματικά γεωγραφία, προσόντα διανοητικά, σπουδές και τίτλοι δεν είναι σίγουρο, πότε είναι εφόδια και πότε λέπια. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, από μόνα τους. Ω τι θλιβερή μαϊμού κατάντησε η χώρα και οι άνθρωποι. Για αυτό ενώ με τρώει η γλώσσα μου κι άλλο, θα τελειώσω με Δυτικούς. ( από τους “καταραμένους”, αυτούς δηλαδή που νιώσανε και δεν περηφανεύτηκαν).

Μπέκετ. Δυο σημεία από το Μολλόυ, εκδ. Ύψιλον, μετάφραση Α. Παπαθανασοπούλου, 1993.
“Θέλω να πω πώς μετά από ωριμότερη σκέψη, ή μάλλον μετά από καιρό, οι λεκτικοί μου πλεονασμοί αποδεικνύονταν ελλείψεις, και αντίστροφα. Περίεργη αντιστροφή αλήθεια, αν σκεφτεί κανείς ότι γίνεται απλώς και μόνο με το πέρασμα του χρόνου. Με άλλα λόγια, ότι και να έλεγα , έλεγα πάντα πολλά και ποτέ αρκετά. Δε σώπαινα, αυτό είναι, ότι και να έλεγα δε σώπαινα. Αθάνατη ανάλυση, πόσο βοηθάει λοιπόν να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, και άρα τους συνανθρώπους του, αν τυχαίνει να γνωρίζει καθόλου συνανθρώπους.”(σ.43)
“... γιατί τους ανθρώπους τους γνωρίζω ελάχιστα, κι όσο για το είναι δεν κατάλαβα ποτέ μου τι σημαίνει. Α, βέβαια, δοκίμασα τα πάντα. Στο τέλος ήταν η μαγεία που είχε την τιμή να εγκατασταθεί στα ερείπια μου, κι ακόμα και σήμερα όταν τα επισκέπτομαι, βρίσκω υπολείμματά της”.(σ.50)

Ρεμπό. Από το Μια εποχή στην κόλαση, εκδ.Υπερίων, μετάφραση Α. Λάμπρου
Από το Αδύνατο (σ.61-65).” έχοντας ξαναβρεί δυο πεντάρες λογικής- αυτό δεν κρατάει πολύ- βλέπω πώς για τις δυσθυμίες μου φταίει που δεν έχω δει αρκετά νωρίς πώς είμαστε στη Δύση. Της Δύσης τα στεκάμενα νερά. Όχι πώς βρίσκω ψευτισμένο το φως, εξαντλημένη τη μορφή, την κίνηση παραπλανημένη...Ωραία να που το πνεύμα μου θέλει οπωσδήποτε να φορτωθεί όλες τις τραχιές εξελίξεις που υπέμεινε το πνεύμα απ' το τέλος της Ανατολής......
Οι φιλόσοφοι: ο κόσμος δεν έχει ηλικία. Η ανθρωπότητα, απλούστατα μετατοπίζεται στη Δύση, αλλά ελεύθερος να κατοικείτε στη δική σας Ανατολή, όσο αρχαίος σας αρέσει, - και να κατοικείτε καλά. Μην κάνετε έτσι σαν νικημένος. Φιλόσοφοι, ανήκετε στη δική σας Δύση”
Το δεύτερο κομμάτι είναι από την Επιστολή του Οραματιστή, ίδια έκδοση. “Η μελέτη του παρελθόντος αυτού μαγεύει τους περίεργους: πολλοί ευχαριστιούνται ανανεώνοντας τις αρχαιότητες αυτές:- για λογαριασμό τους. Η παγκόσμια διανόηση έριχνε πάντα τις ιδέες της, φυσικά. Οι άνθρωποι μάζευαν ένα μέρος αυτών των καρπών του εγκεφάλου: έπραττε κανείς μ' αυτά, έγραφε βιβλία: έτσι συνεχίζονταν η πορεία, χωρίς ο άνθρωπος να κατεργάζεται τον εαυτό του, μη έχοντας αφυπνιστεί, μη βρισκόμενος ακόμη μέσα στην πληρότητα του μεγάλου ονείρου”(σ.101).

Αρτό. Ο τεράστιος αυτός άνθρωπος στο έργο του Το θέατρο και το είδωλο του ( έχω μια παλιά χωρίς χρονολογία έκδοση της Δωδώνης, μετάφραση Π. Μάτεσι) από έναν άλλο δρόμο πήγε πολύ μακριά , και συνάμα πολύ κοντά στον Ζ.Λ. Ο ένας ξεκινά από ποίηση, ο άλλος από θέατρο.
“Αν το θέατρο ήταν έτσι όπως το βλέπουμε εμείς σήμερα, θα έλεγε κανείς ότι το μόνο που μας απασχολεί στη ζωή μας είναι αν μπορούμε να κάνουμε επιδέξιον έρωτα, αν θα πάμε στον πόλεμο, ή αν είμαστε αρκετά άνανδροι για να κλείσουμε ειρήνη, πώς θα βολέψουμε τις μίζερες ηθικές αγωνιούλες μας, και θα αποχτήσουμε συνείδηση των κόμπλεξ που διαθέτουμε ή αν αυτά τα κόμπλεξ θα μας δυναστεψουν” (σ.46)
“... μας οδηγεί να εγκαταλείψουμε την σημερινή ανθρώπινη και ψυχολογική περί θεάτρου αντίληψη, για να προτιμήσουμε στη θέση της την θρησκευτική, και μυστική, απόκρυφη σύλληψη που το θέατρο μας έχει ολότελα χάσει. Έπειτα αν αρκεί να ξεστομίσεις τις λέξεις θρησκευτικός ή μυστικός για να σε περάσουν για θρησκόληπτο νεωκόρο ή για αγράμματο βουδιστή ιερέα, .... αυτό απλούστατα δείχνει την ανικανότητα μας να αντλούμε από κάθε λέξη όλη την ουσία , δείχνει πόσο βαθιά, αγνοούμε το πνεύμα της σύνθεσης και της αναλογίας.”(σ.52)
“Όμως η πνευματική αναπηρία της δύσης (χώρος όπου κατεξοχήν οι άνθρωποι έχουν μπερδέψει με τον αισθητισμό) είναι πως πιστεύει ότι η ζωγραφική της δε μπορεί παρά μόνο να λειτουργεί σα ζωγραφική, ότι ο χορός δεν θα μπορούσε παρά μόνο να είναι πλαστικότητα, σαν να ήθελαν να ευνουχίσουν τις μορφές της τέχνης, να αποκόψουν τους δεσμούς κάθε τέχνης με όλες τις απόκρυφες στάσεις που η τέχνη θα έπαιρνε κατά την αντιπαράσταση της με το απόλυτο.”(σ.79)
”Το ζήτημα είναι όμως ότι σήμερα την αλήθεια δεν πρέπει να την αναζητήσουμε στη σκηνή αλλά στο δρόμο. Και αν δώσουμε στα πλήθη των δρόμων μια ευκαιρία να δείξουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια τους, θα την δείξουν άσφαλτα” (σ.86)
“Η ψυχολογία αυτή που επιφορτίζεται τέτοιο έργο και μοχθεί να μεταλλάξει το άγνωστο σε γνωστό, να το καταντήσει δηλαδή καθημερινό και τετριμμένο, είναι η αιτία αυτού του εξευτελισμού που παθαίνει το θέατρο, αιτία αυτής της τρομαχτικής διαρροής ενέργειας, που για μένα, έχει αγγίξει πια το κατώτατο σημείο και δεν πάει παρακάτω”( σ.87)
“Βλέπουμε όμως τόσα πολλά σημάδια να μας δείχνουν πώς καθετί που συντηρούσε τη ζωή μας έχει υποστεί ρωγμές πια, πώς όλοι μας είμαστε τρελοί , απελπισμένοι και άρρωστοι. Και καλώ όλους μας να αντιδράσουμε.” (σ. 88)
“Ή θα επαναφέρουμε όλες τις τέχνες προς μια κεντρική στάση και αναγκαιότητα, βρίσκοντας αναλογία ανάμεσα σε μια κίνηση που κάνει η ζωγραφική και το θέατρο και σε μια κίνηση που κάνει η λάβα τη στιγμή μιας ηφαιστειακής έκρηξης ή αλλιώς να πάψουμε να ζωγραφίζουμε, να φληναφούμε, να γράφουμε ή να κάνουμε ξέρω εγώ τι”.(σ.91)
Από το Τέλος του λόγου, εκδ Έρασμος, 1988, μετάφραση Σ. Ροζάνη από την εισαγωγή τρία αποσπάσματα των Χόρκχαϊμερ, Αντόρνο και του μεταφραστή.
“Όσο ασχολείται με μεγαλύτερη ένταση το άτομο για να κατακτήσει μια εξουσία πάνω στα πράγματα, τόσο περισσότερο τα πράγματα το εξουσιάζουν και τόσο περισσότερο χάνει κάθε γνήσιο ατομικό χαρακτηριστικό και το πνεύμα του μετασχηματίζεται σ' ένα αυτόματο του τυποποιημένου λόγου”. (σ.6)
“Αυτό που οι άνθρωποι ζητούν να μάθουν από τη φύση είναι πώς να την χρησιμοποιούν προκειμένου να κυριαρχήσουν εξ ολοκλήρου πάνω σε αυτήν και στους άλλους ανθρώπους. Αυτός είναι ο μοναδικός σκοπός. Ανηλεώς και εις πείσμα του εαυτού του , ο Διαφωτισμός εξάλειψε κάθε ίχνος από την αυτοσυνείδηση του. Το μόνο είδος σκέψεως που είναι αρκετά δυνατό ώστε να συντρίψει τους μύθους είναι σε τελευταία ανάλυση αυτοκαταστροφικό.... συμπεριφέρεται προς τα πράγματα όπως ένας δικτάτορας προς τους ανθρώπους. Τα γνωρίζει στον βαθμό που τα χειρίζεται” (σ.6).
“Η καταδίκη που ο Χόρκχαϊμερ απευθύνει προς τον ανθρώπινο Λόγο είναι η απελπισμένη κίνηση ενός ουμανιστή που είδε στον αιώνα του το άτομο να αυτοκαταστρέφεται απαρνούμενο το φυσικό του Εγώ μέσα στην “ανώτερη αλήθεια” μιας επιστήμης της λογικής και του αστικού Διαφωτισμού που αντί να το οδηγήσουν στην θεοποίηση το έριξαν ανίσχυρο στα σαγόνια του φασιστικού τέρατος μεταμορφώνοντας το σε άβουλο όργανο της μαζικής κουλτούρας, του μαζικού θανάτου και της μαζικής ηδονής” (σ. 11).

Σιμόν Βέιλ , Η βαρύτητα και η Χάρη, εκδ Αστρολάβος /Ευθύνη, 1989, μετάφραση Α.Βρυώνη.
“Ο άνθρωπος που ζούσε για την πόλη του, την οικογένεια του, τους φίλους του, για να πλουτίσει, για να μεγαλώσει την κοινωνική του θέση, κλπ -Ένας πόλεμος και τον υποδουλώνουν, κι από τότε για πάντα, πρέπει να εξαντλείται μέχρι το έσχατο όριο των δυνάμεων του, απλά για να υπάρχει. Αυτό είναι φρικτό, αδύνατο και για τούτο δεν παρουσιάζεται μπροστά του κάποιος τόσο άθλιος σκοπός που να μη γαντζώνεται απ' αυτόν, έστω τιμωρώντας τον σκλάβο που εργάζεται δίπλα του. Δεν έχει πια την εκλογή των σκοπών. Δεν έχει σημασία ποιος είναι. Μοιάζει με κλαδί για εκείνον που πνίγεται. Εκείνοι που είχε καταστραφεί η πόλη τους και είχαν υποδουλωθεί, δεν είχαν πια ούτε παρελθόν ούτε μέλλον: με τι θα μπορούσαν να γεμίσουν την σκέψη τους. Με ψευτιές και τις πιο τιποτένιες πλεονεξίες, έτοιμοι ίσως περισσότερο από πριν , να ριψοκινδυνεύσουν τη σταύρωση για να κλέψουν ένα κοτόπουλο παρά τον θάνατο στη μάχη για να υπερασπιστούν την πόλη τους” (σ.18-19)
“Τα κοινά άτομα μπορούν να φυλακιστούν, να σκλαβωθούν, να εκφαυλιστούν και να περάσουν οποιαδήποτε οδύνη χωρίς κάθαρση” ( σ. 28)

Σταματώ, οριστικά αυτή τη φορά. ( Ο μεγάλος ιεροεξεταστής, μου φώναζε το υποσυνείδητο μου, αλλά του είπα να πάψει). Θεωρώ λοιπόν ότι μπορούμε να τελειώσουμε εκεί που αρχίσαμε, σε ένα απλό παράδειγμα, της ελευθερίας. Υπάρχουν πολλά υποκατάστατα ελευθερίας μου φωνάζει η Ε. Κ. Και μοιάζει να αρκούμαστε σε αυτά. Τι είναι λοιπόν πιο σημαντικό η πατρίδα από την ελευθερία; Η θρησκεία, η οικογένεια; Ή μήπως αυτή η τριάδα κάθε άλλο από αγία στους αιώνες, πρέπει να είναι η εξασφάλιση και όχι ο περιορισμός της ελευθερίας σε αντίστοιχα και τονίζω διαφορετικά επίπεδα. Η πατρίδα (καινούριος ορισμός της τώρα) υπάρχει όταν ασφαλίζει τις απλές μορφές ελευθερίας, πολιτική, κοινωνική, εργασιακή, σπουδών, κίνησης, εγκατάστασης και αφήνει ή ακόμα καλύτερα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τις άλλες μορφές, τις ανώτερες. (είναι αξεδιάλυτο το παιχνίδι του τι είναι μέσα, εσωτερικό, προσωπικό, βαθύτερο και αυθύπαρκτο του ανθρώπου και τι του δίνεται ή βρίσκεται στο εξωτερικό. Αυτό που είναι σίγουρο είναι η διαδικασία της ανάδρασης , μεταξύ του εντός και του εκτός που στην περίπτωση της υγείας είναι ένας υπέροχος , άπειρος κύκλος, ασταμάτητης προόδου και η λήξη του σημείο, ενώ στην περίπτωση της αρρώστιας και μάλιστα αρρώστιας προς θάνατο, ζώντος του υποκειμένου, είναι σημείο και γεννιέται κύκλος, φυσικώ τω τρόπω φαύλος, μια φυλακή όπου η ψυχική ασθένεια εξουσιάζει το σώμα, την καρδιά και το νου του άτυχου φθαρμένου θνητού.)
Η θρησκεία (αποστρέφομαι κι εγώ αυτή τη λέξη, λέξη πια μισητή, άγνωστη και πολύ , πολύ βεβαρημένη, μα τη χρησιμοποιώ συμβατικά, έχοντας στο νου μου τις γνωστές μεγάλες θρησκείες, επιθυμώντας την πρωταρχική τους λειτουργία) δε θα είναι ο αντίπαλος και ο περιορισμός της ελευθερίας ( μοιάζει στους αιώνες να έχει δημιουργηθεί με το τυπικό κομμάτι των θρησκειών μια σχέση μίσους με την ελευθερία, μια συχνά άρνηση της) μα το γόνιμο έδαφος για την άνθηση του ανθρώπου.
Τέλος η οικογένεια , δε θα είναι ο πρώτος τόπος εχθρότητας, αλλά ο τόπος καρποφορίας στους τρεις ρόλους των τριών γενεών που φυσιολογικά μας προορίζει φύση, παιδί, γονείς , παππούδες.
(Αν μοιάζει ότι ασχολούμαι με το αρνητικό, είναι μόνο το καθήκον μου απέναντι σε εμένα και στους άλλους, του να γνωρίζω το περιβάλλον , τους κινδύνους, τα προβλήματά του. Στην πραγματικότητα δεν έχω αντιπάλους , ούτε εγώ, ούτε κανένας, και αυτό είναι μια από τις μεγάλες ψευδαισθήσεις της ψυχικής ασθένειας της εποχής μας. Ούτε κάποιος καταδέχεται να είναι εχθρός μου, ούτε χρειάζεται. Χτίζουμε φανταστικούς αντιπάλους, τρομερούς, εχθρούς, φοβερούς κινδύνους και τρομακτικά περιστατικά, απείρως περισσότερο στην φαντασία μας , παρά ζούμε τέτοια στην αληθινή ζωή μας. Αν το καλοσκεφτούμε είναι σαν να νιώθουμε ήρωες μιας φοβερής περιπέτειας- και πάλι τα πρότυπα του θεάματος έχουν βάλει ένα καθοριστικά αρνητικό λίθο- ενώ οι ζωές μας δεν είναι παρά συνηθισμένες και αρκετά ειρηνικές εξωτερικά. Μόνοι μας φέρνουμε μια λάθος φωτιά και σε λάθος μέρος. Ούτε οι Ναπολέοντες περίσσεψαν στις μέρες μας, ούτε οι επαναστάσεις. Είμαστε υπάλληλοι γραφείων με τρόμους θαλασσοπόρων.)

Marika Bournaki plays Glenn Gould piano

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

τα 4000 χρόνια και πού να τα βάλουμε


ΓΙΑ ΤΑ 4000 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ και πού να τα βάλουμε.
Θα μπορούσε αυτό που ακολουθεί να θεωρηθεί προϊόν ζήλιας ή θυμού. Είναι και από αυτά και δεν πειράζει. Αφορμή μου έδωσε η γνωστή καραμέλα που κι εγώ πρέπει να έχω πιπιλίσει κατά καιρούς σε ένα άρθρο του Κρ. Αρσ. που μου έστειλε φίλη , προφανώς ως σπουδαίο, υπάρχει στην Athens Voice για την Πολιτιστική μας κληρονομιά. ( σκοπεύω να κάνω εχθρούς , τους φίλους τους βαρέθηκα). Το ίδιο το επίπεδο του άρθρου ήταν μέτριου μαθητή Β Λυκείου. Τι να το κάνεις το πλούσιο Βιογραφικό και τα σπουδαία πόστα όταν αυτό που γράφει είναι τόσο γελοίο και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Και μόνο σε αυτό το σημείο είναι ορατές μερικές από τις παθογένειες της φυλής, της εποχής και του Δ. Κόσμου. Δηλαδή ερώτηση πρώτη, ο άνθρωπος κάνει το βιογραφικό ή το βιογραφικό τον άνθρωπο; Αυτό είναι το θέσφατο της αξίας του, αυτό είναι το εχέγγυο των πράξεών του ή πολύ πέρα από αυτά ο άνθρωπος εξαντλείται στις ιδιότητές του και ακόμα χειρότερα στους τίτλους του;( Μα κυβερνηθήκαμε και ακόμη κυβερνόμαστε από σπουδαγμένους, μεταπτυχιακούς τιτλοφόρους. Πόσους θυμόμαστε από τους ευρωβουλευτές όλο και κάποιες εκατοντάδες είναι, ή από τους σκέτους βουλευτές; Τι έχουν αφήσει αληθινά όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Προκοπή δεν κάνουμε). Μα το άλλο με τα 4000 χρόνια. Πού να το πιάσεις και που να το αφήσεις. Είναι 4000 ή 3900 ή 2850; ( Σκεφτείτε λίγο). Και τι σημασία έχει επιτέλους; Δηλαδή ο κακόμοιρος ο Όμηρος τι έλεγε; Έχω 1200 χρόνια πολιτισμού και κανείς δεν έχει γράψει πριν από εμένα; Τι να κάνω άραγε; Και ο Πλάτων με μόνο 1500; Και ο Ρεμπό πόσα χρέωνε στους συμπατριώτες του, ένα δυο αιώνες; Και ο Σαίξπηρ, τίποτα, το πρώτο αυγό; Και ο Κίρκεγκορ τίποτε κι αυτός, χωρίς 4000 χρόνια που πας ρε Καραμήτρο; Και ο κάθε δημιουργός Αμερικάνος, τι έψαχνε 50 ή 100 χρόνια έλεγε ο Θόρο και πορευόταν ή η Ντίκινσον έκανε δάνειο από την παλιότερη πατρίδα της λίγα χρονάκια. Και πώς πορεύεται ο κάθε άνθρωπος, με 4000 κουρασμένα ανύπαρκτα γελοία χρόνια ή με τις ανάσες του; Ή πώς προσλαμβάνονται αυτά έστω για καλό, από φτηνούς ανούσιους δεκάρικους ή από το πιο κρίσιμο θέμα και αυτό είναι η πράξη, τώρα, σήμερα, εδώ; Και αν όλα των παλιότερων ήταν τόσο ωραία και σπουδαία και λαμπρά τι σημασία έχει αυτό; Ζούμε για να μοιρολογούμε ή ζούμε για κάνουμε κάτι καινούριο, κάτι σπουδαίο, κάτι λαμπρό και πιο λαμπρό από την ίδια τη ζωή μας δεν υπάρχει. Και πολιτισμός (χρησιμοποιώ συμβατικά τον όρο) υπάρχει από τα μουσεία, στα μουσεία, προς τα μουσεία , από τα ιδρύματα, από τους οργανισμούς, από τα υπουργεία; Ή πλήρως συμβατό στο πνεύμα των δύο τελευταίων αιώνων είναι προϊόν και βαριά βιομηχανία και πεδίο πολιτικής και τόπος εξουσίας; Δια της γαϊδουριάς τους οι σημερινοί Έλληνες έχουν βάλει κάποια πράγματα στη σειρά τους και ένα από αυτά είναι η γελοιότητα που προβάλλεται ως πολιτισμός.( Δεν είναι η γαϊδουριά προσόν αλλά λειτουργεί μερικές φορές ακόμα και αυτή, άλλο κι αυτό το θέμα) Δεν είναι πολιτισμός να γκρεμίζεις αλλά ούτε και να στέκεσαι σα χάνος, είτε απέναντι σε προθήκες είτε απέναντι στον Παρθενώνα. Δεν είναι και δεν αξίζει να είναι πολιτισμός κάτι μια ώρα την εβδομάδα, μια παράσταση, ένα θέατρο, ένα βιβλίο, μια καλή πράξη, μια στο τόσο μια ενατένιση του υψηλού, μεταξύ αφηρημάδας και βαρεμάρας. Ή όλα αυτά είναι αιμάτινα ή όλα αυτά είναι σάρκα εκ της σαρκός, ή όλα αυτά είναι αναπνοή και αίμα και ούρα και φτυσίματα και σπέρματα και ξανά σπέρματα, και πράξεις και ζωές κι ανάσες ή είναι τα γνωστά τίποτε που δεν πείθουν κανένα. Αιτίες έχετε εσείς που τα λέτε αυτά; Μπορείτε να κάνετε τον εαυτό σας να πειστεί για αυτά; (Αν απλά είναι η πηγή του εισοδήματος σας, αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο). Ποια καλοσύνη και ποια διατήρηση και ποιος πολιτισμός θα μας κρατήσουν ζωντανούς; Μόνο αυτό μετράει;
Χρησιμοποιώ μερικά από τα λόγια του Ιόλα τώρα, είχαν ειπωθεί πριν περίπου 30 χρόνια οπότε έχουμε την πολυτέλεια να ξέρουμε αν βγήκε ή δεν βγήκε αληθινός. (από το Αλ. Ιόλα η ζωή μου, Ν. Σταθούλη εκδ. Οδός Πανός). Στη σελίδα 16 ένα ένα τα ονόματα των γνωστών ζωγράφων της εποχής Βασιλείου, Μόραλης, Γκίκας, στολίζονται από το “Ούτε καλός , ούτε μεγάλος”. Σελ. 18 μετά από το ξεμπρόστιασμα του Παρθενώνα λέει. “Ποτέ μην έχετε το κακό γούστο να πέσετε σε παραβολές”. (Αλήθεια ο Παρθενώνας ήταν σύμβολο ή ναός; Σε γενικές γραμμές όταν οι σύγχρονοι Έλληνες μιλούν για αυτόν και την Αρχαιότητα, είναι σαν να μιλούν για ένα άθεο πολίτευμα, βασισμένο πάνω στις αρχές της Γαλλικής επανάστασης, κούνια που σας κούναγε).
Πάμε τώρα σε έναν ορφανό Γάλλο τον Αντονέν Αρτώ. ( από “Το θέατρο και το είδωλο του”, εκδ. Δωδώνη). “Όμως η πνευματική αναπηρία της Δύσης( χώρος όπου κατεξοχήν οι άνθρωποι έχουν πιστέψει στον αισθητισμό) είναι πως πιστεύει ότι η ζωγραφική της δε μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο σαν ζωγραφική, ότι ο χορός δεν θα μπορούσε να είναι παρά μόνο πλαστικότητα, σαν να θελαν να ευνουχίσουν τις μορφές της τέχνης, ν' αποκόψουν τους δεσμούς της κάθε τέχνης με όλες τις απόκρυφες στάσεις που η τέχνη θα έπαιρνε κατά την αντιπαράσταση της με το απόλυτο”.(σελ. 78-79.
Η γνήσια έκφραση κρύβει αυτό που εκφράζει. Αντιπαραθέτει το πνεύμα στο πραγματικό κενό της φύσης, δημιουργώντας μέσα από αντίδραση κάτι σαν πληρότητα μέσα στη σκέψη”.(σελ80-81)( Πόσοι ξέρουμε ότι αυτό που ήταν το σημαντικό στο βράχο της Ακρόπολης τότε, τον 5ο π.Χ. Αιώνα εννοώ ήταν τα ερείπια της καταστροφής και το ιερό το δίπλα στο Ερέχθειο;)
Και τέλος από το συγκλονιστικό τμήμα με τίτλο “για να τελειώνουμε πια με τα αριστουργήματα” (ο τίτλος λέει όλα όσα χρειαζόμαστε) αντιγράφω τα εξής:
Αυτή η ιδέα μιας τέχνης αποκολλημένης, μιας ποίησης που λειτουργεί σαν γήτεμα και που σκοπός της ύπαρξης της είναι να θωπεύει τις ώρες της σχόλης μας, είναι ιδέα παρακμιακή, αλάθητο σύμπτωμα της ευνουχιστικής δύναμης μας” (σελ. 88)
Ή θα επαναφέρουμε όλες τις τέχνες προς μια κεντρική στάση και αναγκαιότητα βρίσκοντας αναλογία ανάμεσα σε μια κίνηση που κάνει η ζωγραφική και το θέατρο και σε μια κίνηση που κάνει η λάβα τη στιγμή μιας ηφαιστειακής έκρηξης, ή αλλιώς καλύτερα να πάψουμε να ζωγραφίζουμε, να φληναφούμε, να γράφουμε, ή να κάνουμε ξέρω γω τι” (σελ. 91).
Πολύ λίγα αλλά τι να κάνουμε. Ο μεγάλος πολιτισμός, η μεγάλη τέχνη, η Μεγάλη πράξη είναι η ζωή με νόημα, με στόχο, με σκοπό, που δεν είναι όμως στόχος, δεν είναι σκοπός. Η μεγάλη αρρώστια της φυλής και του έθνους και του κράτους και του καθενός τα τελευταία 90 χρόνια είναι η έλλειψη νοήματος, πυξίδας, προσανατολισμού, μαγιάς και ζύμης. Εκτός αν όλα εξαντλούνται στα οικονομικά.....


Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ Ν.Δ.ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΥ


ΚΡΙΤΙΚΗ Ν. Δ. Τ.

ΒΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ
Σταμάτης Σουφλέρης, Σαλός
Εκδόσεις manifesto,2012, σ.167

Πρέπει να προειδοποιήσει κανείς από την αρχή ότι το αφήγημα του Σουφλέρη είναι ενοχλητικό- και ενδεχομένως εξοργιστικό- ανάγνωσμα για αριστερούς, δεξιούς και κεντρώους, προοδευτικούς και συντηρητικούς κάθε λογής, διαφωτιστές και σκοταδιστές, λάτρεις της έννομης τάξης και φανατικούς του μηδενισμού, θρησκευτικούς και αντιθρησκευτικούς. Όποιος έχει δυσφορήσει με τον Παπουλάκο του Κωστή Μπαστιά ή με τους Άντρες φημισμένους και λησμονημένους του Κόντογλου κι εκείνοι που δεν κατόρθωσαν να διαβάσουν περισσότερες από τρεις σελίδες οποιουδήποτε βιβλίου του Πεντζίκη ή κατόρθωσαν να τελειώσουν κάποιο μπουκωμένοι από αγανάκτηση και κλαίγοντας τα λεφτά και τον χρόνο π[ου ξόδεψαν, ας μην πιάσουν στα χέρια τους τον Σαλό.
Για να διαβαστεί το βιβλίο χωρίς συμπτώματα βασανιστικής ναυτίας, απαιτείται από τους αναγνώστες των κατηγοριών, όσες απαριθμήθηκαν παραπάνω- σε κάποια από τις οποίες ανήκει και ο υπογράφων- μεγάλη αβαρία βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων “ζωτικών”.
Ναι, ακούω το δίκαια θυμωμένο ερώτημα του αναγνώστη που διαβάζει αυτό το σημείωμα: “Και ποιος είναι ο Σουφλέρης, που το βιβλίο του προαπαιτεί τέτοιες απορρίψεις;”
Αντιγράφω από το αυτί του εξωφύλλου τα λόγια με τα οποία αυτοσυσταίνεται:
“Ο Σταμάτης Σουφλέρης γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1968, σπούδασε διάφορα, μελέτησε περισσότερα και παιδεύεται με όλα. Φωτογραφίζει, διαβάζει, γράφει, περπατά στο δάσος, έχασε τον λύκο και βασανίζει όλους όσοι τον ξέρουν. Εδώ και λίγα χρόνια ζει σε ένα μικρό χωριό, ασχολείται με την συντήρηση παλιών σπιτιών και τον κήπο του, τα βουνά και τη ζωή- όλα ανεπιτυχώς.”
Θα συμφωνούσα με τον καχύποπτο αναγνώστη: αυτά , και μάλιστα το καταληκτικό “όλα ανεπιτυχώς”, μπορεί μια χαρά να είναι κρυπτοαλαζονεία και ανάποδη εγκαύχηση. Ωστόσο μόνο ο Θεός γνωρίζει τα σπλάχνα του ανθρώπου. Εμείς βλέπουμε αν πρόκοψε ή δεν πρόκοψε, αν έκαμε κατάσταση ή όχι. Έχω χρόνια να δω τον Σταμάτη Σουφλέρη. Από όσα μαθαίνω, δεν ανήκει σ' εκείνους που φτιάχτηκαν.
Αυτή η αποτυχία του όμως τον οδήγησε στην ιχνηλασία του βίου ενός περιψήματος, που οι μεγάλοι στρατοπεδάρχες του περασμένου και του νυν αιώνα θα το είχαν μαντρώσει στα σύρματα από την πρώτη στιγμή. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ένας ασήμαντος παπάς, ενός ασήμαντου χωριού. Μαθαίνουμε τη φανερή βιοτή του και εικάζουμε, όσο γίνεται, την αφανέρωτη, τη μυστική ζωή του από τις διηγήσεις προς τον δημοσιογράφο Ιωάννη Αναγνώστου ανθρώπων που τον γνώρισαν λίγο ή πολύ.
Πρώτος μιλάει ο οδηγός λεωφορείου Πέτρος Σαχριζάτης. Το συμπέρασμα του: “Μουρλός ήταν, βρομιάρης ήταν, χαζός ήταν, άπλυτος ήταν. Καλός ή κακός δεν ξέρω. Πάντως εμένα δεν μου άρεσε.” Έχει δει και άλλα ο οδηγός, αλλά όπως οι περισσότεροι μας, διακρίνει μόνο την απλυσιά και τη χαζομάρα.
Δεύτερη η παπαδιά: Έχει ζήσει, λέει, μαύρη ζωή μαζί του. “Μ' έσυρε στην διπλή φτώχεια απ' αυτή που' χα”. Δόθηκαν και σ' αυτήν σημάδια, αλλά η δυστυχία να ζει νηστική μ' έναν ανεπρόκοπο, την οδηγεί στο συμπέρασμα: “ Δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο καλή και κακή ζωή εδώ.” Εχθροί του ανθρώπου οι οικείοι αυτού.
Ο επόμενος αφηγητής είναι ο μοναχογιός του, που δούλεψε κι έπιασε λεφτά αλλά περιφρονεί τη μάνα του και μισεί τον πατέρα του. Επιχειρεί κιόλας να τον σκοτώσει. Τον δέρνει αλύπητα- το παπαδοπαίδι τον παπά. Κομμάτι από την αφήγηση, όταν τελειώσει ο ξυλοδαρμός: “Γύρισα. Το πρόσωπο του μια πληγή. Ανοιγόκλεινε τα χείλια σαν ψάρι, σαν κωβιός. Νόμισα ότι άκουσα νερό. Δεν ήθελα να του δώσω τίποτα. πλησίασα όμως από περιέργεια, γιατί έκανε την ίδια κίνηση συνεχώς. Κόλλησα το αυτί μου στο στόμα του, έλεγε την ευχή, ανασήκωσε μισό πόντο το κεφάλι του, και με φίλησε. Τον σιχάθηκα διπλά. Έδωσα τον όρκο να μην τον ξαναδώ στη ζωή μου. Τον τήρησα.”
Εκτός από την ευχή που άκουσε, έχει δει και το θαύμα της ανθισμένης μυγδαλιάς. Αλλά είναι και κουφός και τυφλός. Τα τελευταία του λόγια στον δημοσιογράφο: “Την λύπη την έδιωξα από πάνω μου. Χαρά δεν πήρα. Ικανοποίηση ναι. Χαρά όχι.”
ακολουθεί η διήγηση του Αρχιμανδρίτου Λευκίωνος Κράλη, που ο δημοσιογράφος κρίνει προειδοποιητικά ότι “ μπορεί να παραβλεφθεί στην ανάγνωση” και ύστερα της μοναχής Ξανθής Αντωνίου, που ακολούθησε τον παπα-Λεωνίδα Καλοχλωρίδη “σαν σκυλί τον αφέντη του” στα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Αυτή η διήγηση, κατά την δική μου κρίση, ούτε με σφαίρες , που λένε, δεν γίνεται να παραβλεφθεί. Η μοναχή και είδε και άκουσε με ανοιχτά μάτια κι αυτιά, για τούτο τα δέκα χρόνια της αδιάκοπης μετακίνησης δεν την αγανάκτησαν: “Κι αν είναι πολλά τα χρόνια, σα νερό κύλησαν κοντά του.”
Το λόγο παίρνει ύστερα ο μηχανικός αυτοκινήτων και παλιός Ελασίτης Απόστολος Παπαστάμος. Κουβέντες ντρίτες για τα μαύρα χρόνια της Κατοχής και τα κατοπινά τους, από εκείνες που δαιμονίζουν τους ιστορικούς: Σε όποια παράταξη κι αν βρισκόσουν , λέει, περίσσευαν οι κακοί κι ήταν λίγοι οι καλοί. Σπουδαία η μαρτυρία του ότι ο παπα-Λεωνίδας μολονότι βγήκε στο αντάρτικο της κατοχής κι έπεφτε σαν τρελός στη μάχη, “δεν πρέπει να είχε σκοτώσει άνθρωπο. Και ήταν καλός σκοπευτής, μα πυροβολούσε έτσι που να φοβίζει.”
(Ως τη σελίδα 84 τα φυσεκλίκια του παπά με σκαντάλιζαν κι αναρωτιόμουν αν ακόμα κι ένας σαλός παπάς παίρνει άφεση όταν σκοτώσει στον πόλεμο. Έφυγε μεγάλο βάρος από την ψυχή μου, από την 85 κι ύστερα παραδόθηκα εντελώς.)
Αξιοανάγνωστα και παρήγορα όσα αφηγείται ο αλκοολικός ταξιτζής Κώστας Αλμπάνης. Εκείνη η “άχρονη”, που θα έλεγε ο φίλος μου ο Χρήστος, κούρσα στο Σούνιο και τα λόγια του σαλού παπά μου θύμισαν τον Παπαδιαμάντη, αλλοπαρμένον κι αυτόν-μπορεί και λιγδωμένον- με άλλον τρόπο.
Να διαβαστεί προσεκτικά δυο και τρεις φορές η εκτενής διήγηση του θεολόγου Ιωάννη Θεατρίδη από όλους- και περισσότερο από τους συναδέλφους του, σχολικούς και μη.
Τελευταία είναι η εξιστόρηση ενός άγρια φουρτουνιασμένου ταξιδιού του παπα- Λεωνίδα. Την αφηγείται ο ναυτικός Στάθης Ορφανός. Το τέλος της: “Αυτό που με φόβισε δεν ήταν ότι άντεχε τη φουρτούνα και το κύμα, άλλοι έχουν κάνει χειρότερα. Αυτό που με φόβισε είναι ότι το νερό έβγαινε από μέσα του και δεν είναι ιδέα μου, είχα το φανάρι της θυέλλης το δυνατό το Εγγλέζικο το P&Q, όλα τα καράβια το έχουν να φωτίζει, μέρα το κάνει άρα μυν πας να μου πεις δεν έβλεπα, το νερό έβγαινε από μέσα του. Ποτέ δεν θέλησα να του μιλήσω ή να ανοίξω παρτίδες μαζί του. Σιγά να μην ήταν άνθρωπος του Θεού, σατανάς ήταν. Σε Θεό δεν πιστεύω μα σατανάς υπάρχει και αυτός ήταν από δαύτους.”
“Εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια”.
Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου είναι αποσπάσματα από το χειρόγραφο του Γέροντος Λεωνίδα, κατά κόσμο Γεωργίου Καλοχλωρίδη. Θαρρώ πως ο ακριβέστερος χαρακτηρισμός τους- και ολόκληρου του βιβλίου- είναι “η πάλη με τον Θεό.”

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος.

περιοδικό manifesto: ΣΑΛΟΣ

περιοδικό manifesto: ΣΑΛΟΣ: Μια σειρά εντελώς διαφορετικών ανθρώπων απαντά στις ερωτήσεις του παρόντος αλλά σιωπηλού αναζητητή Ιωάννη Αναγνώστου, γύρω από τη ζωή και τ...

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Evia Top: Τρεις υποψηφίους στην Εύβοια το ΟΧΙ

Evia Top: Τρεις υποψηφίους στην Εύβοια το ΟΧΙ:  Τρεις υποψηφίους  στην Εύβοια έχει το ψηφοδέλτιο του κόμματος ΟΧΙ που στηρίζεται από το ΕΠΑΜ την Δημοκρατική Αναγέννηση και άλλες δυνάμεις....

Σάββατο 21 Απριλίου 2012


ΟΥΚ ΑΝ ΛΑΒΟΙΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΜΗ ΕΧΟΝΤΟΣ

Υπάρχουν άνθρωποι για την αιωνιότητα και άλλοι για μια θλιμμένη καθημερινότητα. Ακούγονται στην Ελλάδα , όχι τώρα εδώ και τριάντα χρόνια τόσες στρεβλώσεις που το ίσιο φαίνεται στα μάτια των πολλών παράταιρο. Οι λέξεις αρχικά πληγώθηκαν λίγο, μετά προσαρμόστηκαν στη υπηρεσία μιας υποτιθέμενης πολιτικής πραγματικότητας, στην συνέχεια πολύ κουρασμένες, σαν γυναίκες άσχημα χρησιμοποιημένες, εφθάρησαν τόσο που έγιναν φαντάσματα του εαυτού τους, ξεφτιλισμένες και παραπεταμένες καταρρεύσαν, σ' ένα σωρό σκουπιδιών, που το νόημα σκορπίστηκε στη βρόμα των χρήσεων τους.
Μα τις λέξεις θα λογαριάσουμε τώρα; Εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουν; Δεν έχει νόημα να συζητά κάποιος για παραίτηση κυβερνήσεων όχι τώρα, όλη αυτή την τριακονταετία. Υπήρξαν τουλάχιστον πέντε σημαντικοί , εθνικοί λόγοι που κάθε μια από αυτές τις κυβερνήσεις που πέρασε από τον τόπο θα έπρεπε να είχε φύγει και οι υπεύθυνοι να ήταν φυλακή. Ο λαός όμως εκπαιδεύτηκε επαρκώς στον ύπνο. Ταΐστηκε από τα ψίχουλα ενός μεγάλου φαγοποτιού και κορεσμένος ασχολήθηκε με την λαίλαπα των καιρών, τον καταναλωτισμό και την υπεράσπιση του.
Πληρώνουμε τις επιλογές μας και θα πληρώνουμε επώδυνα για τα λάθη μας. με “τίποτα δεν τα φάγαμε όλοι μαζί”, μα οι ευθύνες είναι σκορπισμένες σε διαφορετικές δόσεις σ' όλους. Σε όλο αυτό το διάστημα δεν έλειψαν οι φωνές που έλεγαν το ίσιο και το σωστό, καταραμένοι πάντα οι προφήτες στον τόπο τους, σε μια σιωπή όχι γιατί οι φωνές τους δεν ήταν ισχυρές, αλλά γιατί τ' αυτιά ήταν κλειστά. Όταν φωνάζεις στην έρημο, είσαι με ένα φρικτό τρόπο μουγκός.
Σήμερα λοιπόν, κι ενώ έχουμε χάσει τμήμα της αξιοπρέπειας μας – όχι βέβαια γιατί λέει το άλφα ή το βήτα ο κάθε υπάλληλος της Ένωσης, αυτά είναι πρόσθετες ανοησίες στις ανοησίες- αλλά γιατί έχουμε χάσει το εσωτερικό μας κριτήριο , εξ αιτίας του χρήματος , του βίαιου και σκληρού οικονομικού προβλήματος οδηγούμαστε σε ένα άτσαλο ξύπνημα.
ΝΑ ΛΟΙΠΟΝ ΠΟΥ ΜΙΑ ΚΡΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ. Γιατί αν χρειάζεται αυτό το στένεμα του υλικού για να θυμηθούμε στοιχεία της ανθρωπιάς μας, τότε θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτούμε με τον εαυτό μας την αλήθεια μας και να καταλάβουμε έστω ένα κομμάτι μας. ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ ΤΟΣΟ ΚΛΕΨΙΜΟ, ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΑ, ΦΘΟΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΚΑΛΩΣ ΣΥΝΕΒΗ ΤΟΤΕ.
Αφού τα λόγια διαφόρων στις προηγούμενες δεκαετίες ήταν ενοχλήσεις στη ραστώνη, καλώς να έρθει το σοκ.
Με μερικές προϋποθέσεις όμως. Να τραβήξουμε έναν δρόμο. Γιατί μέχρι τώρα η Ελλάδα δεν είχε κανένα δρόμο. Δεν είχε κανένα σκοπό. Δεν είχε κανένα στόχο. Στην ιστορία ενός λαού στόχοι δεν είναι τα οικονομικά προγράμματα, τα οικονομικά μέτρα ούτε οι οικονομικοί στόχοι. Ένας λαός υπάρχει όταν είναι το επαρκές περιβάλλον για τους πολίτες του ώστε αυτοί να γίνουν άνθρωποι. Είναι αδυσώπητο αλλά ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί, αλλά κυρίως με άλλα πράγματα. Οι ξεπεσμένες σοσιαλιστικές παραφυάδες όμως ήθελαν να μας κάνουν αποκλειστικά δούλους του χρήματος.
Ζήσαμε μια γενιά που το ΠΑΣΟΚ ήταν ο απόλυτος δούλος του καπιταλιστικού συστήματος μοιράζοντας μπιχλιμπίδια ευμάρειας σε αρκετούς και η ΝΔ το ξεπεσμένο ΠΑΣΟΚ. Αλήθεια πόσες φράσεις πολιτικών θα χρειάζεται να θυμόμαστε; Υπό αυτήν την έννοια πρέπει να είμαστε αιώνια ευγνώμονες αφού δεν θα μας κουράσουν. Καμιά σοβαρή φράση δεν έχει ειπωθεί από αυτούς, τα λόγια τους ήταν κατευθείαν υλικό για ανέκδοτα, έστω και με φρικτές και ανήθικες επιπτώσεις σε όλους μας.
Ως παρθένες τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ με δυσκολία κάθε μέρα λίγο ανασηκώνουν το σκέπασμα της βρόμας, κοιτάζουν μέσα , αναφωνούν με φρίκη, αχ και μετά το κλείνουν πάλι, το πιάνουν από άλλη πλευρά και ξανά το ίδιο. Μα και οι παρθένες χωρίζονται σε κατηγορίες, σε μωρές και σε φρόνιμες. Οι πρώτες έκαψαν το λάδι τους, γρήγορα, φανταχτερά, εντυπωσιακά, αλλά έμειναν εκτός νυμφώνος.
Κι έτσι οι δημοσιογράφοι κινούμενοι μεταξύ μωρής παρθενίας και ακόρεστου βαμπιρισμού, οι μόνοι τόσο πιστοί υπηρέτες του συστήματος , έρχεται ο καιρός που απλά θα μείνουν και μόνοι τους.
Ζούμε σε καιρούς που τα λόγια όλων αυτών των περίφημων προγόνων μας έχουν ξεχαστεί με φοβερή συνέπεια από τις θλιβερές κατηγορίες των κυβερνώντων μας. Έχει αλλεργία το σύστημα απέναντι στη βία.
ΤΟΤΕ Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΕΝΟΣ ΛΑΟΥ Πως ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΙΜΩΡΗΘΕΙ.
Ας αναζητήσουμε αυτά που πρέπει εκεί που πρέπει.
ΔΕΝ ΖΗΤΑΣ ΘΑΡΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΙΛΟ
ΕΝΤΙΜΟΤΗΤΑ ΑΠΌ ΤΟΝ ΚΛΕΦΤΗ
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΡΩΣΤΟ
ΝΟΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΥΦΙΟ
ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΣΥΝΕΤΟ
ΗΘΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΥΚΟ.

ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΤΟΥ ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ

φωτογραφίες του Φεβρουαρίου







περιοδικό manifesto: Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ

περιοδικό manifesto: Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ: Το απόγευμα της 5ης Μαΐου του 2010 στη Σταδίου, ο Ιωάννης Αναγνώστου, υπάλληλος τραπέζης, γλυτώνει τη ζωή του και χάνει τα λογικά του. Έχον...

περιοδικό manifesto: ΣΑΛΟΣ

περιοδικό manifesto: ΣΑΛΟΣ: Μια σειρά εντελώς διαφορετικών ανθρώπων απαντά στις ερωτήσεις του παρόντος αλλά σιωπηλού αναζητητή Ιωάννη Αναγνώστου, γύρω από τη ζωή και τ...

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟ ΥΣΤΕΡΟΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ.
ΟΡΤΣΑ ΝΑ ΠΑΩ ΠΝΙΓΟΜΑΙ
ΚΥΜΑΤΑ ΔΕΝ ΓΛΥΤΩΝΩ
ΜΑ ΝΑ ΤΟ ΡΙΞΩ ΣΤΗ ΣΤΕΡΙΑ
ΠΑΛΙ ΤΟ ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΩ
ΟΡΤΣΑΡΙΣΕ ΚΙ ΕΛΑ ΓΙΑΛΟ
ΠΟΥ ΧΩ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ

ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ

Προφανώς υπάρχουν άπειρα λόγια να πει κάποιος, να μεταφέρει , ή απλά να βρίσει. Το καλό της Δημοκρατίας είναι η αθλιότητα της πολυφωνίας ( η ψεύτικη των κεντρικών μέσων), όπως ακριβώς εκφράζεται όχι με την δυνατότητα  ν' ακουστεί η φωνή του καθενός, η υποτιθέμενη ανάγκη και επίτευξη της, αλλά το ταυτόχρονο των φωνών, όπου φυσικά κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Έτσι εκπομπές που είναι ρουτίνα στην καθημερινότητα μας, όπου ελάχιστοι κρετίνοι , άλλοι με το όνομα πολιτικοί και άλλοι με το όνομα δημοσιογράφοι, ταμπέλες κρεμασμένες στα στήθια τους όπως ακριβώς στα περίφημα συνέδρια της ανοησίας τους φωνάζουν , ωρύονται και μαλώνουν ακόμα, μπροστά στις κάμερες προκειμένου να επιτύχουν το έργο τους επιτυγχάνουν τον σκοπό τους που είναι η εκκωφαντική σιωπή . Στην βάρβαρη αυτή πολυφωνία χάνεται η οποιαδήποτε δυνατότητα πραγματικής ακοής, από τον σαματά δεν περιμένεις να μάθεις, από την φασαρία να μορφωθείς.
Στην ταινία του Κισλόφσκι Ου φονεύσεις, τον καταδικασμένο σε θάνατο φονιά τον αρπάζουν οι φύλακες του και τον πάνε σέρνοντας στην κρεμάλα. Σε όλη την διαδρομή φωνάζουν και κάνουν φασαρία από μια φιλανθρωπία , προσπαθώντας να του αποσπάσουν την προσοχή από τον άδικο θάνατο του. Γιατί κανένας θάνατος δεν είναι δίκαιος εκτός από έναν.

ΒΗΣΙΓΟΤΘΟΙ

Δεν νομίζω όμως ότι ο τοπικός εσμός των άθλιων αυτών υποκειμένων που λέγεται άρχουσα τάξη της χώρας, όλο αυτό το αδηφάγο πολυπλόκαμο τέρας που ρουφάει το αίμα, την δύναμη , την ζωή από την χώρα μας τα τελευταία τριάντα χρόνια, ότι κάνει άλλη φασαρία από αυτήν που σκοπό έχει του να θολώσει τα νερά, να συνεχίζει να διατηρεί τις τεχνητές πολώσεις που ταλαιπωρούν την χώρα, ίσως και εκατό χρόνια, να κάνει πάνω από όλα συνένοχους τους Έλληνες.
Οι ανεύθυνοι, οι κλέφτες και οι υποκριτές θέλουν να κάνουν κι εμάς κλέφτες, υποκριτές και συνυπεύθυνους, των δικών τους εγκλημάτων.
Με την αθωότητα παιδίσκης που ζούσε εσώκλειστη σε λύκειο καλογριών, βλέπουν την κατάντια που αυτοί έφεραν την χώρα και ρίχνουν τις ευθύνες ο ένας στον άλλο διακριτικά, χαριτωμένα, λίγο, πολύ λίγο , παίζοντας με τις ημερομηνίες μόνο, για αυτά που ξέρουμε όλοι. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια δύσκολη στιγμή αν και τελικά αυτό θα το αρνηθώ, μα ακόμα και σε αυτές τις ημέρες δημοσιογράφοι και πολιτικοί είναι επί της ουσίας χαλαροί, και προσεκτικοί μην πειραχτούν παραπάνω μεταξύ τους, μην κατά λάθος πάνω στη κουβέντα βγει μια ακόμα αλήθεια, έστω ένα όνομα. ( κοινός τόπος ότι πολλοί αναφέρονται σε ονόματα, δυο, έξι δέκα, του ενός ή του άλλου, μα ποτέ δεν τα ξεστομίζουν την τελευταία στιγμή) .

ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΩΡΑ

Που βασίστηκε αυτός ο αποκλειστικά φαύλος κύκλος της μεταπολίτευσης;
Σε μια εξέγερση φοιτητών γιατί από ότι θυμάμαι η χούντα δεν έπεσε στις 18 Νοεμβρίου του 73 ή στο ξεπούλημα της μισής Κύπρου; Κι όμως υπήρχε μέχρι πρόσφατα η γιορτή της δημοκρατίας, αυτή που ήταν η γιορτή της ντροπής.
(Οι ηλίθιοι νομίζουν ότι είμαστε πάντα ηλίθιοι, αλλά μωραίνει κύριος ον βούλεται απωλέσαι.)
Που χτίστηκε η περίφημη λοιπόν μεταπολίτευση; Απλό. Σε ένα γιγαντιαίο ψέμα , σε ένα έγκλημα , σε μια έκπτωση αξιών και ήταν φυσικό οι κύριοι εγκληματίες , οι αρχιλήσταρχοι να πετούν ξεροκόμματα σε όλους , μέχρι στα τσιράκια. Έτσι τον δικό μας εθνικό πλούτο, την δική μας εργασία , την έκαναν ότι κατά καιρούς ήθελαν και εμείς ήμασταν ευχαριστημένοι επειδή γλύφαμε από το κόκκαλο. Μετά την δικτατορία λίγων ηλιθίων που μόλυνε τον κόσμο με την βλακεία της, ακολούθησε η δικτατορία των ανήθικων βλακών που έκανε ή προσπαθεί να κάνει όλους ηλίθιους.
Έχοντας μελετήσει τις γελοίες και ποταπές επιστήμες τους, μπορούσαν να ξέρουν σε ποια κατεύθυνση να γυρίσουν το σκάφος. Έτσι η εξουσία τρέφει με συνείδηση την βλακεία και η βλακεία με την σειρά της , λειτουργεί ικανοποιητικά ως μαξιλάρι και προστασία της εξουσίας.
Όταν κάνουν τον τελευταίο ανθρωπάκο να αισθάνεται τύψεις γιατί λάδωσε τον προτελευταίο, το σύστημα λειτουργεί περίφημα.

ΞΑΝΘΟΣ ΟΜΟΡΦΟΣ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Μα όμως το σύστημα δεν αποτελείται από Οιδίποδες. Οι άνθρωποι του συστήματος είναι ολόκληροι ένα ψέμα , είναι απολύτως αδύνατον να αναζητήσουν την αλήθεια , δεν θα την άντεχαν περισσότερο από ότι οι βρικόλακες που με το που πέφτει το φως πάνω τους λιώνουν και καίγονται.
Φαίνεται οι βρικόλακες ενώ μοιάζει ότι κάνουν μεγάλη ζημιά δεν έχουν υπόσταση, είναι πλάσματα της φαντασίας.
Όταν ο άνθρωπος δεν πραγματώνει με την ίδια του την σάρκα την αλήθεια , όταν ολόκληρος δεν γίνεται πύρινος από την φωτιά που υπάρχει μέσα του, όταν κοιμάται σε έναν ύπνο αδίκου, δεν υπάρχει. Μπορεί μια μύγα να μας ενοχλεί, μια σφήκα να μας τσιμπάει, ένα κουνούπι να μας πίνει το αίμα, μα δεν είναι άνθρωποι , ούτε γράφουν ιστορία.
Πόσα κείμενα πολιτικών τυπικά Ελλήνων, θα μείνουν στην ιστορία ή έστω έχουν μια άνω του μετρίου σημασία ή διάρκεια; Πόσες ρήσεις τους θα χρειαστούν οι επόμενες γενιές να απομνημονεύουν ή να μελετούν;
Σε αυτό μας διευκολύνουν όλους. Καμιά και τίποτε δεν θα μείνει από αυτούς τους ανύπαρκτους.

ΣΥΝΟΜΩΣΙΑ- Ο ΔΟΥΛΟΣ

Διαλέγω μόνο μέσα από τις ημέρες να αναφερθώ στο γνωστό αισχρό υποκείμενο που φέρει το όνομα Σημίτης. Σε άρθρο του στην Καθημερινή (άνοιξη του 2010) είχε την γνωστή αμνησία και την αθώα αμεριμνησία να μην θυμάται τίποτε κακό ή πολύ βαρύ από την εποχή του, αυτός που μόνο υποκοριστικά θα συνοδεύουν την παρουσία του στην υποσημείωση που θα καταλαμβάνει στην ιστορία, ο άνθρωπος που είπε ναι σε όσα έπρεπε να πει όχι , και όχι σε όσα θα έπρεπε να είναι ναι.
Φταίμε γιατί νομίζουμε ότι οι πέτρες δεν έχουν ψυχή, ότι ένα κομμάτι ξερά βράχια δεν έχει αντίκτυπο στην σημερινή κατάσταση. Φταίμε γιατί νομίζουμε ότι το να τσαλακώνεται η έννοια του ανθρωπισμού ή της περηφάνιας δεν έχει συνέπεια ακόμη και στο ψωμί που θα φάμε.
Εκεί αποδεικνυόμαστε πολιτικά ψευδοαφελείς και υπαρξιακά επικίνδυνα.

ΕΠΡΕΠΕ ΤΩΡΑ

Με ένα μυστήριο τρόπο, κάθε έκπτωση του κοινού αισθήματος ηθικής τάξεως, κάθε “ευκολία” απέναντι στα οικονομικά δεδομένα, τα λέγαμε κεκτημένα, μα η ανοησία μας δεν φτάνει να κατανοήσει την σημασία και την αδικία της λέξης κτήση, κάθε παραχώρηση σε κάτι που το ονομάζαμε αέρα κοπανιστό απέναντι στα χειροπιαστά αντικείμενα της αύξησης της ευδαιμονίας μας , δεν είναι παρά γλίστρημα στον κατήφορο όπου ο άδειος χωρίς ψυχή και μυαλό σάκος χάνει και αυτό που αγωνιωδώς έτρεμε για την διατήρηση του , το ίδιο του το κορμί.
Στην αηδιαστική προσχηματική κατ όνομα δημοκρατία μας, δεν υπάρχουν αδιέξοδα, αλλά ένας μονόδρομος όπου τα τελευταία προσχήματα ελευθερίας ποδοπατιούνται όχι με την απώλεια των χρημάτων , αλλά με την απώλεια του να σκεφτούμε ότι η ζωή δεν είναι οικονομικό μέγεθος, ότι η ύπαρξη δεν είναι μετρήσιμη ποσότητα, καθορίσιμη από μονάδες μέτρησης, ινστιτούτα ή οργανισμούς, ότι η ολοκλήρωση του ανθρώπου δεν είναι αντικείμενο και αποτέλεσμα ερευνών πανεπιστημίων ή ανακοινώσεων τηλεοπτικών σταθμών.
Χτύπημα δεν είναι η απώλεια πέντε ευρώ, αλλά ο φόβος ότι η ζωή σου κρέμεται από αυτά.
Τραγικό δεν είναι να πιέζεσαι για να βγεις όπως λέει ο κόσμος στις ανάγκες του μήνα , αλλά το να νομίζεις ότι όλα μετριούνται με το χρήμα.
Αν είναι αλήθεια το τελευταίο, αν όλα μετριούνται με το χρήμα τότε είναι δύσκολη η κατάσταση. Αλλά γιατί όλα τα άλλα μου φαίνονται σημαντικότερα, όχι με μια αφηρημένη έννοια μα με την αλήθεια των πράξεων και της υπάρξεως μας.
Μιλούμε για αποτυχία του πολιτικού συστήματος. Δεν νομίζω ότι ζητάω ευθύνες από ένα υπάλληλο νομαρχίας για το αν είναι καλή η ζωή μου. Το ίδιο το σύστημα έχει την δικιά του ακάθεκτη δυναμική, την τεράστιας ποσότητας αδράνεια. Δεν σταματά, δεν μπορεί να σταματήσει ακόμα και αν πάει στο γκρεμό.

ΤΥΦΛΗ ΕΠΟΧΗ

Έχει υπόσταση μια τράπεζα; Έχει υπόσταση ένας οργανισμός; Υπάρχει ξέχωρα από τους ανθρώπους που τον καταρτίζουν; Μπορούν να σκοτώνουν ανθρώπους, να πιέζουν λαούς, να καταλύουν χώρες.
Πρακτικά η ρεαλιστική απάντηση μοιάζει να είναι ναι. Εξακολουθώ να πιστεύω όχι.
“ Η μορφή της κυβερνώσας μειονότητας εξελίχθηκε ακάθεκτα από την τάξη στο κόμμα και πέρα από αυτό στην ακολουθία οπαδών.... το δημοκρατικό χαρακτηριστικό της πολιτικής επιβάλλει τον σχηματισμό αντίθετων κομμάτων.... κατά βάθος υπάρχει μόνο ένα κόμμα , το κόμμα της αστικής τάξης, το φιλελεύθερο.... από το 1830 και εξής χρησιμοποιούνται αυτόματα οι λέξεις φιλελεύθερος και συντηρητικός στην λογική του περισσότερο ή λιγότερο και όχι σε ένα αυτό ή σε ένα εκείνο... η βούληση για δύναμη είναι ισχυρότερη από κάθε θεωρία.”

ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΩ

Διατυπώνουμε λοιπόν τώρα ένα απλοϊκό ερώτημα. Πως οι άνθρωποι που πριν είκοσι χρόνια έκλεβαν , πριν δεκαπέντε κορόιδευαν , πριν δέκα υπεξαιρούσαν, πριν πέντε πλούτιζαν , πριν έξι μήνες ψευδόντουσαν ασυστόλως, μα που όλα τα χρόνια σε όσα πόστα ανέλαβαν δεν έπραξαν απολύτως τίποτε ορθό , πως μπορούν αυτοί τώρα να διαχειριστούν μια κρίση;
Ή μήπως δεν υπάρχει κρίση ;Ή μήπως δεν είναι του είδους που θέλουν να περάσουν;
Άνθρωποι εγνωσμένης βλακείας και απύθμενης ανοησίας, άκρατου εγωισμού και ακόρεστων μικροφιλοδοξιών δεν μπορούν να κυβερνούν μια χώρα , μόνο να την λεηλατούν.
Οι ορδές των βάρβαρων δεν διακρίνονται από άλλη ικανότητα πλην της αρπακτικότητας. Ταλέντο επέδειξαν μόνο σε ένα τομέα που διέπρεψαν με το μέγεθος και την έκταση της καταστροφής που έχουν πετύχει.

ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΔΑΣΟΣ

Χτυπάνε την γλώσσα, την προσβάλλουν , την εξευτελίζουν , την διαλύουν και την αποσαθρώνουν κατά το μέγιστο δυνατό τους. Πέτυχαν ότι δεν είχε πετύχει κανείς πριν από αυτούς, την μεγάλη διαστρέβλωση των λέξεων.
Όταν οι λέξεις όμως καταρρέουν, οι συνειδήσεις είναι ήδη νεκρές.
Από τα “αθώα” γλωσσικά σοσιαλιστικά τερτίπια του 81, στην σημερινή εποχή των αληθινών ψεμάτων.
“Οι δυνάμεις της πραγματικότητας συγκεντρώθηκαν και παραμέρισαν τους ονειροπόλους. Μόλις εγκαθιδρυθεί μια ηγεσία , οι εκλογές σημαίνουν πια απλώς ότι οι μάζες βαθμολογούν τις επιμέρους οργανώσεις. Τέλος αφυπνίζεται μια αίσθηση ότι το γενικό δικαίωμα ψήφου δεν περιέχει κανένα πραγματικό δικαίωμα, ούτε καν επιλογής μεταξύ των κομμάτων, διότι αυτά τα κέντρα εξουσίας που αναπτύχθηκαν στη βάση του εκλογικού δικαιώματος ελέγχουν μέσω του χρήματος όλα τα πνευματικά μέσα του λόγου και της γραφής και έτσι καθοδηγούν τη γνώμη των ατόμων για τα κόμματα κατά βούληση, ενώ από την άλλη μεριά με τα αξιώματα που κατέχουν, την επιρροή που ασκούν και τους νόμους που θεσπίζουν καλλιεργούν ένα σώμα απόλυτων οπαδών το οποίο εξουδετερώνει όλους τους άλλους οδηγώντας σε μια εκλογική κόπωση που τελικά δεν μπορεί να ξεπεραστεί ούτε στις μεγάλες κρίσεις ”.
Όργανο, μέσο και δούρειος ίππος της σημερινής κατάστασης δεν είναι τα πραγματικά μεγέθη της ανθρωπολογίας, της κοινωνίας ή έστω της οικονομίας αλλά οι δοτές κατευθύνσεις της μεγάλης αυτής μάστιγας που λέγεται ΜΜΕ.
Κάποτε οι άνθρωποι έδιναν την ζωή τους για την ελευθερία του τύπου μα σίγουρα τώρα πρέπει να κάνουμε έναν δύσκολο αγώνα ενάντια στις δυνάμεις και τις εξουσίες του κόσμου αυτού, έναν αγώνα για να ελευθερωθούμε από τον τύπο. Ποτέ σκλάβοι δεν είχαν πιο ισχυρές αλυσίδες, πιο φρικτά δεσμά , πιο τεράστιες παρωπίδες από ότι σήμερα, που νέες τεχνολογίες ήρθαν να συνεπικουρήσουν κάτι που ξεκίνησε εδώ και δύο αιώνες με την δημιουργία των μεγάλων εκδοτικών συμφερόντων. Ποτέ οι άνθρωποι δεν είχαν μεγαλύτερο βομβαρδισμό πληροφοριών και σχεδόν παντελή έλλειψη γνώσης. Το βιβλίο έχει χτυπηθεί στη ρίζα του, οι περίφημοι ρυθμοί και η παροχή ευκολιών απαιτούν από τον άνθρωπο όχι σκέψη αλλά σκέτη αντίδραση, όχι εμβάθυνση, αλλά αντανακλαστικό στην εντολή.
“Δεν υπάρχει πιο φοβερή σάτιρα για την ελευθερία της σκέψης. Άλλοτε οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να σκεφτούν ελεύθερα, τώρα αυτό επιτρέπεται , αλλά πια δεν μπορούν...Ο τύπος μπορεί να καταδικάζει σε θάνατο κάθε αλήθεια μη μεταδίδοντας την στον κόσμο. Μια φοβερή λογοκρισία της σιωπής, τόσο πιο παντοδύναμη όσο η μάζα των δούλων, δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη μιας τέτοιας αλήθειας.... την θέση της πυράς την παίρνει η μεγάλη σιωπή”.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ.

Πως λοιπόν θα περιμένω σωτηρία από τον δήμιο μου; Πως θα ελπίζω ότι ο βλάκας θα λύσει το δύσκολο πρόβλημα της ζωής; Πως ο διεφθαρμένος θα φυλάξει τα διαμάντια και ο φαύλος την ωραιότητα; Πως ο γυναικωτός θα φερθεί σαν άντρας και ο κούφιος θα γεμίσει; Μπορεί ο πυγμαίος στο σώμα, στη ψυχή και στο μυαλό, να τολμήσει να σηκώσει ανάστημα, να πει το ναι, ναι και το όχι, όχι;
Πως ο επαγγελματίας ψεύτης θα μάθει στην αλήθεια και ο υποκριτής στην ντομπροσύνη;

ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Αυτοί οι άνθρωποι είναι μόνο θλιβεροί. Δεν αγαπούν τον εαυτό τους γιατί δεν τον γνωρίζουν. Ξέρουν μόνο να πουλούν και να αγοράζουν, αλλά τίποτε παραπάνω. Ξέρουν την Σημασία της Ελλάδας; Αστεία πράγματα. Μπορούν να χειριστούν τα θέματα και τα προβλήματα. Προφανώς ταιριάζει η παροιμία δεν μπορούν να χωρίσουν δυο γαϊδάρων άχυρα.

ΘΑ ΣΑΣ ΑΦΗΣΩ

Κανένας άνθρωπος της εξουσίας δεν είναι άνθρωπος της ουσίας, γιατί όταν εκλέγεις την εξουσία σημαίνει ότι απομακρύνεσαι από την ουσία. ( εξουσία = άσκηση αρχής, κυβέρνηση, άδεια , δικαιοδοσία, προνόμιο, κυριαρχία, αφθονία , αλαζονεία, αφθονία , υπερβολικός πλούτος, επιδεικτική εμφάνιση).
Άρα εξ ορισμού ο άνθρωπος είναι ον αντιεξουσιαστικό και μόνο η έκπτωση του τον καταντά εξουσιομανές δίποδο πλάσμα.
Με τις λέξεις μας σκλαβώνουν, με τις λέξεις θα ελευθερωθούμε.
Κατάσταση, διάσταση, αντίσταση, υπόσταση, επανάσταση, ανάσταση.

ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ.

Οι τίτλοι είναι από τα Κατά Σαδδουκαίων του Μιχάλη Κατσαρού. Τα αποσπάσματα από την Παρακμή της Δύσης του Ο. Σπένγκλερ. Το πρώτο είναι παραδοσιακό τραγούδι από την Σκύρο.
Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βια μετράει τη γη........