Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

MANH ΘΕΚΕΛ ΦΑΡΕΣ

                                                             ΜΑΝΗ ΘΕΚΕΛ ΦΑΡΕΣ

“Μανή, θεκέλ, φάρες.... Μανή, εμέτρησεν ο θεός την βασιλείαν σου και επλήρωσεν αυτήν. Θεκέλ, εστάθη εν ζυγώ και ευρέθη υστερούσα. Φάρες, διήρηται η βασιλεία σου”.

Μανή, θεκέλ, φάρες. Μετρήθηκες, ζυγίστηκες και βρέθηκες ελλιποβαρής. Θα διαιρεθείς.
Μανή, θεκέλ, φάρες. Καραμανλή, Παπανδρέου, Μητσοτάκη, Σημίτη, Καραμανλή, Παπανδρέου, Σαμαρά. Μετρηθήκατε, ζυγιστήκατε και βρεθήκατε λίγοι. Ο λαός μετρήθηκε, ζυγίστηκε και βρέθηκε λίγος. Η Δεξιά ήταν πάντα λίγη και ουραγός στην συνείδηση των πολλών. Και ζήσαμε τη γενιά που η Αριστερά πήρε την εκδίκηση της. Και η Αριστερά; Μανή, θεκέλ, φάρες. Βρέθηκε τόσο ελλιποβαρής, τόσο λίγη όσο οι επιλογές του κάθε αριστερού πολιτικάντη σε κάθε κρίσιμη στιγμή. (Εδώ είναι το πρόβλημα ΣΥΡΙΖΑ, των πέριξ και των συν αυτώ. Δεν πρεσβεύουν αληθινά κάτι άλλο, δεν το μπορούν αυτό. Το ίδιο καπιταλιστικό, καταναλωτικό, ανθρωποκτόνο Τρόπο έχουν σαν όραμα, με υποτίθεται πιο “ανθρώπινο” πρόσωπο, “πολιτικό” πολιτισμό, “γιορτές” της δημοκρατίας κι άλλα χαμερπή. Όταν όπου κι όποτε η Σοσιαλιστική Ευρωπαϊκή Δυτική, Μεταρρυθμιστική Αριστερά πήρε την εξουσία, ούτε η Αστυνομία έπαψε να χτυπάει, ούτε τα Μονοπώλια να επεκτείνονται, ούτε η Κοινωνία να φθίνει, ούτε το τηλεοπτικό αφιόνοσμα να μειώνεται Γιατί όταν παίζεις στην έδρα τους το παιχνίδι τους, με τους δικούς τους κανόνες, ακόμα κι αν κερδίσεις δεν είσαι νικητής, γιατί δεν είσαι εσύ, εσύ είσαι Αυτοί).
Απ' όταν οι άνθρωποι αποφάσισαν ότι άλλες ιδιότητες και ονομασίες, πολίτες, υποκείμενα, αντικειμενικότητες, εξατομικεύσεις, κινήματα, κόμματα, συνδικάτα, δικαιώματα, μάρκες, κυβικά, κουζίνες εντοιχισμένες και ιταλικά πλακάκια, τζάκια στα κλουβιά και κλιματιστικά στους τοίχους, ντομάτες ολοχρονίς και πολύ κρέας να μασάνε τα στόματα συνεχώς, κρέας χοιρινό, μοσχαρίσιο και μπόλικο κρέας ανθρώπινο, η απώλεια ήταν δεδομένη, ο κατήφορος απότομος κι ατελείωτος, “η πτώση μας ήταν βεβαία”.
Γιατί η ευκαιρία στο χαλί είναι η σκλαβιά στην Ινδία, η ευκαιρία στο βαζάκι είναι η σκλαβιά στην Ταϊλάνδη, η ευκαιρία στο μπαχάρι είναι η σκλαβιά στο Βιετνάμ, η ευκαιρία στο ηλεκτρονικό είναι η σκλαβιά στην Κίνα και η δυνατότητα μου να τα αγοράζω όλα αυτά είναι η σκλαβιά η δικιά μου.
Μπαπ, μπαπ. Χτυπάνε την πόρτα του γείτονα. Ουφ. Και σήμερα τη γλίτωσα. Μπαπ, μπαπ. Χτυπάνε την πόρτα του γνωστού μου. Θα έφταιγε. Μπαπ, μπαπ. Χτυπάνε τν πόρτα του αδερφού μου. Εντάξει πορεύομαι ακόμα. Μπαπ, μπαπ. Χτυπάνε την πόρτα της γυναίκας μου. Δεν πειράζει, έχω εγώ. Μπαπ, μπαπ.....
Ούτε στη Χούντα, ούτε στην Αντίσταση ήταν οι πολλοί. Οι πολλοί όπως και τώρα κάνουν τις πάπιες (είχαμε πρωθυπουργό που τις κουβαλούσε). Το ΠΑΣΟΚ και η αριστερά φούσκωσε όλα αυτά τα χρόνια τις διηγήσεις γύρω από πράξεις που πολύ αμφιβάλω αν θα είχαν τότε συμμετοχή. Έτσι θόλωσαν τα νερά, μπέρδεψαν συνειδήσεις, λέρωσαν πολλούς.
Και συνεχίζω με την Αριστερά λοιπόν. Της πετάνε ένα διανοητικό καρότο, εκκλησία, γάμο ομοφυλοφίλων, οικολογία, ρατσισμό και τσιμπάει αμέσως. Χάνει το περίφημο το δάσος για ένα ξερόκλαδο. Λες κι έχει σημασία αν μας γα... όλους αν είναι καθαρό το περιβάλλον και κάποιων είναι επιλογή τους. (Αν και γενικά νομίζουν οι μωροί ότι η ελευθερία είναι επιλογή, κάτι σαν καλό γούστο, να διαλέξω τα κόκκινα ή τα καφέ παπούτσια) Ή όταν υπάρχει ο ουσιαστικός πολιτικός ρατσισμός της κοινωνίας της ισχυρά διαιρεμένης αν παίζει ρόλο και ο άλλος των χρωμάτων. (Δεν είναι η Χρυσή Αυγή το πρόβλημα. Άλλοθι είναι και παρελκυστική πολιτική. Ας ήταν μέσα μερικές δεκάδες πολιτικοί, όχι από εκδίκηση αλλά από στοιχειώδη απόδοση δικαιοσύνης στην κοινωνία, ας είχε χτυπηθεί η ανεργία και η φοροαπάτη και δε νομίζω τότε ότι ο Μιχαλολιάκος θα είχε περισσότερους οπαδούς από όσους είχε πριν πέντε χρόνια. Μα αυτό δεν γίνεται από τους υπάρχοντες εξυπηρετητές του Συστήματος. Το Σύστημα δεν αποτελείται από Οιδίποδες. Και ο Οιδίποδας δεν είχε άλλο πρόβλημα από την Αδυναμία του να αντιμετωπίσει την Αλήθεια και την Πραγματικότητα. Είδε όταν τύφλωσε ο ίδιος τα έξω μάτια)
Αλλά και η Χρυσή Αυγή είναι καρότο για την Αριστερά. (Γιατί όσοι είναι αριστεροί από αίσθημα Δικαίου δε θα παρεξηγήσουν, ενώ όσοι είναι αριστεροί από την λαγνεία των δικαιωμάτων τους θα παρεξηγηθούν).
Πόσες φορές αναρωτήθηκα θα ήταν οι σημερινοί Έλληνες λοιπόν όλοι στον ΕΛΑΣ; Το 21 αν ζούσαν οι τωρινοί θα υπήρχαν 50 Ανδρούτσοι και 100 Καραϊσκάκηδες και θα έκαναν τέτοια κατορθώματα που οι πραγματικοί θα ήταν οι τελευταίοι στρατιώτες;
Φοβάμαι ότι περισσεύουν Πορτοσάλτε,Τρέμηδες και Τσίμες, υποκριτές Πρετεντέρηδες, υπουργοί και υπουργίσκοι Καψήδες, σύζυγοι. Υπουργών και γκομενάκια μεγαλοκαρχαριών που λένε τα νέα.
Επανάσταση για φορέματα δε γίνεται και η ύπαρξη δε χωρά παραχωρήσεις. Γιατί η Ύπαρξη και η Ολοκλήρωση δεν είναι Δικαίωμα κατατεθειμένο σε Χάρτες και σε ιδρύματα, ούτε η άπαξ ενέργεια κάποιων Γάλλων. Είναι η Πράξη και η Ευθύνη, η δικιά σου και η δικιά μου. Δε μου πραγματώνει την ύπαρξη ο γείτονας. Είναι η δικιά μου υπόθεση στο ΕΜΕΙΣ.
Για τον καθένα μας λοιπόν. Μανή, θεκέλ, φάρες. Μετρηθήκαμε, ζυγιστήκαμε και βρεθήκαμε λίγοι. Θα διαιρεθούμε; Θ α σκορπίσουμε; Θα λιώσουμε Έλληνες;

Υ.Γ. Επαναλαμβάνω όπου σταθώ και όπου βρεθώ ότι το κομβικό Κείμενο για το σύγχρονο άνθρωπο και την κατάσταση που ζούμε ότι είναι Μεγάλος Ιεροεξεταστής. Ένα είναι το θέμα μας. Η ελευθερία. Δάνεια, χαρισμένη, πιστοποιημένη, ορισμένη, συγκεκριμένη ελευθερία δεν υπάρχει. Αλήθεια “Αριστεροί” ξέρετε ότι δεν “επιτρέπεται” να παίρνετε ψυχοφάρμακα ή να κάνετε ψυχοθεραπείες; ( ο νοών νοήτω).

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

2 από 209
 
Σύμπτυξη όλων
Εκτύπωση όλων
Σε νέο παράθυρο

μερικά ποιήματα
τα δύο πρώτα είναι αδημοσίευτα, τα άλλα δυο ήταν στην ΠΟΙΗΤΙΚΗ 9x






ΑΓΙΟΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ

Τον έδεσαν ή δέθηκε άραγε μόνος του;
Τον έσυραν ή μονάχος του σύρθηκε;
Χλεύη ή σεβασμός συνόδευσε αυτές τις πράξεις;
Στον Στέφανο οι βαριοί γδούποι από τις πέτρες,
σε αυτόν τα ανεπαίσθητα σφυρίγματα,
οι ταλαντώσεις των ελευθερωμένων χορδών.
Ούτε σκύλος για συντροφιά, μόνος, ενώπιος όλων.
Έβλεπε τον ερχομό ενός τέλους που δεν υπολόγισε.
Η έκρηξη των λουλουδιών δε θα ήταν δική του ξανά.
Στέρφα η μητρική γη, περίμενε,
κουρασμένο το νερό στη πηγή, στέρευε.
Ο αέρας στενός, σκοτεινός. Μίλησε.
Λέξεις που με πληγώνετε ακατάπαυστα
Βέλη που με τρυπάτε, αφήνετε όση ζωή χρειάζεται
Για να πονώ, για να βλέπω μισοπεθαμένος μάρτυρας
τον αργό σιωπηλό μου θάνατο”.
Βυθίστηκε, το βλέμμα στρέφεται στο σώμα
τα χέρια ανήμπορα, δεμένα σφιχτά στο στύλο
ανάσες δυσκολεμένες, στήθος να ανεβοκατεβαίνει βιαστικό.
Γέρνει το κεφάλι, κοιτά το κορμί
σκαντζόχοιρος αφύσικος.
Δεν είναι αυτός εγώ. Δεν είμαι τέτοιος”.
Να γράψουν απεγνωσμένα κάτι στον αέρα
προσπαθούν τα παγιδευμένα δάχτυλα.
Ο Προφορικός Λόγος ασταθής, πρόσκαιρος, αέρινος
Ο Γραπτός Λόγος, φασματικός.
Πόσο ν' αγωνιστώ στο δρόμο αυτό, τον πάντα χαμένο;
Ονειρεύομαι και τώρα ακόμα την παιδική μου ηλικία
μα τελειώνω ανίκανος
από το στυφό των προτάσεων που σχημάτισα”.



ΑΜΕΡΙΚΗ

Σαν μελλοθάνατος που είμαι
περιμένω την ευσπλαχνία των άλλων
να με ξεκουράσουν
να αποξεχαστώ
με τη φλυαρία τους,
με τη φασαρία τους.
Δεν έχω βρει - τι περίεργο-
το κρίμα μου, τον δρόμο μου.
Σχήματα και μέτρα
δύσκολα με καλύπτουν
κι ενώ μικρός, ελάχιστος σε διαστάσεις
δε χωράω πουθενά
ανίκανος να νιώσω, να δω
να κοιτάξω στα μάτια.
Ζηλεύω
και η έντονη παθολογία μου
με οδηγεί σε πρόσθετες απώλειες
κίτρινα νύχια, σκαμμένα χείλια.
Διακρίνω
την ικανότητα των άλλων
να βλάπτουν και να χάνονται
να ορμούν και να δειλιάζουν
βλέπω, καλά, καθαρά
τα κακά και συμφέροντα
μα τίποτα, τίποτα πρόσθετο
δε με απαλύνει
σκληρός και ζυμαράκι ακόμα.
Πώς να νιώσω το κορμί μου ολόκληρο
πώς τον κόσμο
πώς να υπάρξω ατόφιος
κατακρεουργημένος στο συνηθισμένο ρόγχο;
Μου μοιάζει μόνη ελπίδα
η Αμερική
καινούρια, ολάκερη, αχανής, στέρεα
δυνατή, όμορφη, έτοιμη
να δεχτεί και τον ελέφα και το τρωκτικό.
Εκεί να χωθώ
κι αν δεν τα καταφέρω
στις στοές της να χαθώ.


ΤΟΙΧΟΣ

Στον τοίχο γύρω ψηλαφούμε
οι τυφλοί
ακουμπιόμαστε λίγο
σε περίεργες στάσεις.
Σπάνια δύο παρατούν τις πέτρες
νομίζοντας ότι βρήκαν ο ένας τον άλλο.
Στο κέντρο, στο εσώτερο
νωχελικά γερμένο
σε βελούδινο μαξιλάρι
το Ρόδο.
Σταγόνες το βρέχουν,
διάφανο πορφυρό.
Ένα τεράστιο δοκάρι
οριζόντιο
δέντρο ολόκληρο
ο κορμός του σπιτιού.
Κατευθύνσεις αλλάζουν
πυξίδα ο άνθρωπος
το πλάγιο γίνεται όρθιο
το ξαπλωτό πεθαίνει.
Προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου
να μάθω να ζω.
Βαρέθηκα να ψελλίζω, να τραυλίζω.
Ο μέσα ρυθμός χαμένος.
Αρχαιολογίες και παλαιικά χασίματα,
έφτιαξαν
μιαν άκομψη σταύρωση.
Ανακάλυψα τότε
το σκυρώδες
το τραχύ
και το πονηρό.
Θόρυβοι και φλυαρίες
με ταλαιπωρούν.
«Οι μοναξιές δεν αγαπιούνται
μισούν η μία την άλλη θανάσιμα».
«Δεν φταίω εγώ αδερφέ για τα χάλια».
«Και όλο το μυστικό να ακούσεις πίσω από το θρόισμα
δεν φτάνει».
«Να δεις τ’ ανάρια φύλλα απ’ το αρμυρίκι
σε έναν τόπο σιωπής για Λεπρούς
τους σημαδεμένους
τους εύκολα μισημένους
τους περιφρονημένους».
Γέλασε
στο εργαστήρι του πηλού
πιάτα, κανάτια, δοχεία όλα.
Ξυπόλυτος ο τεχνίτης
άδειος ο αγοραστής
στην ανάσα του βαθιού χώρου.
Περίμεναν έξω φίλοι
ο σκύλος γύρναγε ανάμεσα στα πόδια.
Κι εκεί ήθελα να φύγω.
Δεν μπορούσα ούτε να ονειρευτώ πατρίδα.
Δεν περίμενα κανέναν.
Το μυστικό μου το ψιθύρισε
«γίνου κανένας».



ΚΑΝΕΝΑΣ

Δώσε μου εμένα τον ξένο μου
δώσ’ τον μου
ουρλιάζω
δεν έφαγα, πεινώ
ουρλιάζω.
Θέλω να σπάσω τον τοίχο που με χωρίζει από την ύπαρξή μου
ουρλιάζω.
Έπρεπε να κράζω ρυθμικά
έφαγα κάτι λίγο
πάντα λίγο είναι
ή το ένα είναι πολύ.
Πεινούσα.
Ήξερα την ακρογιαλιά
τον άνεμο, την άμμο, το νερό
ήθελα τον τοίχο να σπάσω
ήξερα ότι
αγκομαχούσα για γλώσσα
ξέρω ότι η γλώσσα είναι ελληνική
ήξερα ότι δεν είναι τυχαίο
έπιασα το βιβλίο του ήλιου.
Αν δεις
Δεν μπορώ να δω
δεν μπορώ
δεν δύναμαι
ασθενής.
Έριχνα
έριχνα μέσα μου
τροφές
λέξεις, φράσεις
μετά γράμματα
Παιδική Χαρά.
Δεν πήγα ποτέ
δεν τολμούσα
φοβισμένο παιδί
κάθε πράξη νόημα
κάθε λέξη στιγμή
Πήρα τη σκυτάλη
ήξερα τον τοίχο
στον τοίχο πάλι
ευγένεια
θραύσμα
Λέξεις, λέξεις
πάλι λέξεις
Απ’ το πετσί μου ίδρωνα λέξεις
κόμποι χοντροί
στο άδειο μέτωπο
στάλες στο πουκάμισο
υποβοηθήσεις
χημικές αντιδράσεις
συνηθισμένη φυσική ζωή,
δεν μπορώ να δώσω τη θέση μου
δεν έχω θέση
άθυρμα
Πράξη λάθος οργανική,
Δίποδο ασυνείδητο,
Λίγο, λίγο. Ελάχιστο.
Paul wo bist du,
Warum hast du mir verlassen?
Δεν μιμούμαι
εκκρίνω
Δεν αντιγράφω
πονώ
Αναμένω
τη γυναίκα
που δεν νιώθω.
Λέξεις
εκκρίνω
λέξεις
πονώ
κοιλοπονώ
εξανίσταμαι
καθισμένος στο τραπέζι
σε σύνηθες
σε απλανές
ανόητος
Γνωρίζω λίγο
Γνωρίζω τώρα
Δύσκολο
schwer
Ωραίο
όχι όμορφο
πλήρες
πληρότης
για λίγο
για λίγο
δεν πειράζει
Δεν ξέρουμε
τίποτε
εσαεί.
Ζω μόνο για λέξεις
Οι χαζοχαρούμενες
γίνονται
υπέροχες τραγικές
Το γέλιο σημαίνει
τότε
το χαρούμενο σώμα
ευλογεί
το πικραμένο πρόσωπο
για όλους,
παναγίες.
Με δεδομένο ότι δεν μου ανήκει το σώμα μου
μπορώ να καταλήξω σε ένα σημείο.
Αφόρητος
Αφόρητο
Σημείο.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

ένα διήγημα


το διήγημα μου που πήρε το Α Βραβείο στον Διαγωνισμό της Παν. Έν. Λογ. να σχολιάσω ότι για πολλούς λόγους είμαι απογοητευμένος. δεν περιφρονώ κανέναν μα οι δυσκολίες αυξάνονται. να μείνεις όρθιος, μοιάζει το μέγιστο των ημερών μας.

                                                      


                                                           ΑΤΟΠΗΜΑ

Ανάμεσα από τα παντελόνια του Γιώργη του Κουρελιό, ένας λεκές ασύμμετρος, ξεκινούσε από τα σκέλια και απλωνόταν μέχρι το γόνατο. Τόση δουλειά, τόσα λεφτά, τόσος κόπος κι έγινε έτσι ο άνθρωπος.
Έχοντας γυρίσει όλον τον κόσμο, νεαρό ναυτόπουλο πρώτα, όπως συνηθιζόταν στα μέρη μας, τέλη πενήντα, αρχές του εξήντα και μετά την φοίτηση του στη σχολή εμποροπλοιάρχων του τόπου μας, έχουν και τα ρουσφέτια τη χάρη τους, έγινε ενεργεία του ντόπιου του Β και του απέναντί του, από το απέναντι νησί και κόμμα, πολιτικού του Π, μια ήταν ο ένας υπουργός, μια ο άλλος, παρέμεινε τελικά, το μόνο σημαντικό έργο στην περιοχή, εξαιρέσει του εργοστασίου στη Χ….της δεκαετίας του 80 αυτό, κατασκευάστηκε να συναρμολογεί εξελιγμένα αντιαεροπορικά και κατέληξε να περνάει κορδόνια στα άρβυλα, χρειάζονταν ακόμα να χτίζουν κάτι για να τρώνε λεφτά, όχι όπως τώρα που αρκούν χαρτιά και οθόνες, σχωρεμένοι οι δύο πολιτικοί και ο Β και ο Π, ρουσφέτι ξερουσφέτι τη σχολή την έφτιαξαν και τον Γιώργη, ορφανό από πατέρα, είχε πνιγεί κάπου στον Ειρηνικό, συνηθισμένο και αυτό σε μας, οι κακές γλώσσες, δεν έλειψαν ποτέ και από πουθενά, έλεγαν ότι είχε μείνει στη Βραζιλία, μαχαιρωμένος σε μπορντέλο και τα περί ναυαγίου ήταν μπάλωμα, χωμένος στη γη και όχι τίμια πνιγμένος στη θάλασσα, έφερναν και αποδείξεις, σε άλλο καράβι είχε μπαρκάρει, άλλο ναυάγησε, έγινε το παιδί από ναύτης, σπουδαστής της σχολής, μα οι κακές γλώσσες δε σταμάτησαν να δουλεύουν, περιλαβαίνοντας τη μάνα, πώς κατάφερε αυτή και πήρε μακριά από το μπάρκο το παιδί, τρία χρόνια χωρίς μισθά το σπίτι, πώς κατάφερε και της το έβαλαν στη σχολή αμέσως, ενώ άλλα από καλές οικογένειες, έμειναν απ’ έξω, από ναυτάκι καπετανόπουλο, μπόρεσε ο Γιώργης ν' ανέβει τη μεγάλη σκάλα μέσα στο καράβι, κι αφού μάζεψε μπαγιόκο, ικανό να ξεκινήσει μια δουλειά, αλλά όχι για να σταματήσει τη δουλειά, κατέβηκε πριν κλείσει τα τριάντα πέντε του από το πλοίο και αντί να ψάχνει τι δουλειά θα προτιμήσει, βρήκε νύφη, την Ειρήνη του Βαρελά, λίγο κοντή, όμορφη, τσαούσα, έξυπνη, δραστήρια, διαόλου κάλτσα, μανιακή με τα πολιτικά, οπαδός του κόμματος των φίλων της ελευθερίας, το άλλο ήταν της προόδου, λες και τα δυο μαζί δε συνδυάζονται.
Είχε προίκα γερή. Χτήματα, λιοτρίβι, μαγαζιά, ακίνητα, λεφτά. Ο γαμπρός, ένας παιδαράς μέχρι εκεί πάνω, δυνατό κορμί, φαρδιές πλάτες, με ένα τετράγωνο πρόσωπο, που έδειχνε δύναμη, επιθυμίες, φιλαρέσκεια. Η συναλλαγή καλή. Ο Γιώργης δουλευταράς, δε βολεύτηκε με τα έτοιμα, ξαμολήθηκε, προόδευε και προχωρούσε, γυάλιζε σαν καλοτριμμένο μπακίρι, του γυάλιζαν κι αυτού οι γυναίκες, μα δεν ακούστηκε το παραμικρό.
Τη θάλασσα δεν την αγάπησε ποτέ. Όλοι οι άντρες γινόντουσαν ναυτικοί, δεν την αγαπούσαν όλοι. Κάποιοι παλιοί καπετάνιοι, μεγάλοι πια, στα εβδομήντα και στα ογδόντα, πήγαιναν δέκα φορές την ημέρα μέχρι τη στροφή του Γιαννάκη, ρουφούσαν πέλαγος και κοίταζαν με πάθος, για καιρό, για κύματα, για καράβια. Άλλοι δε σήκωναν κεφάλι από το χαρτί στο καφενείο και άλλοι, αγόραζαν χτήματα με τα λεφτά που είχαν βγάλει από το νερό και περνούσαν τον καιρό τους με το χώμα, λες και ήθελαν να πάρουν πίσω τον χρόνο που τους έφαγε το υγρό θεριό και να τον δώσουν στη μάνα γη. Θηλυκά και τα δύο. Στο ένα χρεώνεται η απιστία της παστρικιάς, στο άλλο οι αρετές της συζύγου.
Ο Γιώργης σαν έριξε άγκυρα δεν πήγε πουθενά. Βράχος. Ούτε μέχρι την πρωτεύουσα του νομού δεν έφτασε. Για Αθήνα ούτε λόγος. Όλα τα αναγκαία ταξίδια τα έκανε η γυναίκα του. Μέχρι και το αυτοκίνητο, αυτή το διάλεξε, αυτή το αγόρασε και αυτή το οδηγούσε. Όταν του έλεγαν καμιά κουβέντα για μπάρκα και για θάλασσες, για λιμάνια και μακρινά μέρη, αυτός απαντούσε «Φτάνει. Στον τάφο μου θα ανάβει καντήλι», υπενθύμιση της μοίρας του πατέρα του και πολλών άλλων ντόπιων. Ούτε μνήμα, ούτε καντήλι. Εκτός κι αν ο φλοίσβος πιάνεται μνημόσυνο.
Τα παιδιά αργούσαν. Έκανε δυο αποβολές η Ειρήνη, δύο είπαν, τα γραΐδια μιλούσαν για επτά, μα επιτέλους ήρθε η κόρη, ένα μικροκαμωμένο κορίτσι, υγιές, δυνατό, φασαριόζικο. Το μόνο μωρό που δεν έκλαιγε, φώναζε. Λες και του είπαν πριν βγει από την κοιλιά της μάνας του ότι είναι ντροπή η αδυναμία. Μα ότι ξέρει κανείς από την κοιλία το μαθαίνει. Τέσσερα χρόνια μετά την κόρη ήρθε η ολοκλήρωση, ο γιος. Ταλαιπώρησε πολύ τη μάνα του. Λένε ότι έκανε μέρες πίσω από τη σωστή στιγμή. Λένε ότι ο γιατρός έκανε λάθος. Λένε ότι ο Γιώργης με την επιμονή του να μην πηγαίνει πουθενά, αφού δεν κατέβηκαν στην πρωτεύουσα για την γέννα, το χάλασε το παιδί, αφού εδώ δεν είχανε τα μέσα. Όσο ήταν μικρό, ούτε φαινόταν πολύ το πρόβλημα, ούτε ήθελαν να το δουν. Μπορεί και να ονειρευόντουσαν, θα ξυπνήσουν μια μέρα και το μωρό θα είναι καλά. Γιατί ένα μωράκι δεν έχει και τίποτα βαρύ, δε μιλάει, δεν περπατάει, δε ζητάει, δε φαίνεται αν πονάει. Δύσκολο θα ήταν για τον Θεό αν ήθελε, να το διορθώσει; Γιατί το μόνο θέμα στο παιδάκι, στην αρχή, ήταν το στοματάκι, το κρατούσε στραβό, από την αριστερή μεριά, μια μικρή άτσαλη γραμμούλα. Ένα τόσο δα σημείο. Μα οι ναυτικοί στα μέρη μας λένε, μια κουκκίδα στην άκρη του ορίζοντα, φέρνει τα πάνω κάτω.
«Οι οικογένειες δεν είναι για σουρτούκους», έλεγε η γιαγιά μου, με την πολυτέλεια να ανήκει από τον πατέρα και από τον άντρα της στις λίγες καλοβαλμένες φαμίλιες στεριανών, σε ένα τόπο θαλασσινών, εξασφαλισμένη από τα εμπορικά τους, που τους ανάγκαζαν να μένουν ανάδρομοι, σε ένα μέρος που όλοι έπαιρναν τους υγρούς δρόμους από τα δέκα και τα δώδεκα. Αυτή και τον πατέρα τον είχε σπίτι και τον άντρα της κατόπιν. Οι άλλες δεν ήξεραν αν θα τους δουν, πότε, έκαναν και ενάμιση και δυο και τρία χρόνια μπάρκο τότε, παντρεμένες καλόγριες, που όταν οι προκομμένοι τους γυρνούσαν, έφερναν δώρα, παλιά συνήθεια των ναυτικών, είχαν να το λένε πως εδώ υπήρχαν περισσότερες τηλεοράσεις από όσο όλη η υπόλοιπη Ελλάδα, χρόνια πριν ξεκινήσουν οι εκπομπές, και οι καπετάνιοι όταν γυρνούσαν άνοιγαν το μηχάνημα να δουν αν πιάνει, συνηθισμένοι από το εξωτερικό, μα μαζί με μηχανήματα, υφάσματα, κατσαρόλες και αναψυκτικά, κουβαλούσαν συχνά, κι άλλα ενθύμια, στο κορμί τους, ενθύμια της αδυναμίας να μείνουν παρθένοι, αυτοί, άντρες στα είκοσι και στα τριάντα, το αίμα να βράζει, στο νερό για μήνες στη σειρά. Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις.
Έτσι είχαν γίνει τα πράματα στην περίπτωση του Γιώργη. Πού να πάει να βρει το δίκιο του; Να πάρει σβάρνα τα μπουρδέλα στη Μεσόγειο και στην Αμερική, να ρωτάει ποια με κόλλησε; Ο ίδιος δεν είχε για αρκετά χρόνια κανένα σύμπτωμα, από την αρρώστια που χαλάει φιλίες και φαμίλιες. Έτσι δυνατός και πλούσιος, να μη δέχεται μύγα στο σπαθί του, συνέχισε τη ζωή του κανονικά. Δουλειά, προκοπή, μα και βόλτα το παιδί, το καλοκαίρι, κάθε απόγευμα, ντυμένο με τα καλύτερα ρούχα, με τα πιο όμορφα παπούτσια, πεντακάθαρο, περιποιημένο, ψηλό για την ηλικία του, όμορφο αν δεν είχε το στράβωμα στο στόμα. Του έμοιαζε του Γιώργη. Δυο μέτρα άντρας θα γινόταν.
Ήθελε κότσια εκείνα τα χρόνια να βγάζεις παιδί άρρωστο βόλτα. Οι περισσότεροι θάβουν όσο πιο βαθιά γίνεται το πρόβλημα. Εκείνος έπρεπε οπωσδήποτε να πιει το ούζο του στην πλατεία. Το μεζέ τον έδινε στο παιδί, έπαιρνε και δεύτερο. Το παιδάκι λερωνόταν, του έτρεχαν τα σάλια, οι μύξες, μα ο Γιώργης, με τα χέρια του που ήταν σαν φτυάρια, το σκούπιζε με υπομονή, με προσοχή σαν την πιο λεπτή παρθένα που κεντάει στο δωμάτιό της με χρυσοκλωστές.
Κανείς μπροστά του δεν τολμούσε να πει το παραμικρό. Ένας παλιός συμμαθητής του από το δημοτικό, μέχρι τη δευτέρα έφτασε, ο Γιάγκος ο Σουρλής, ανεπρόκοπος μα καλόκαρδος, άτσαλος και αποτυχημένος σε όλα του, ούτε σαν ναύτης έκανε τίποτα, ούτε σαν στεριανός, μια φορά μόνο, όταν πέρασε ο Γιώργης με το παιδάκι, τον Γιαννάκη, έσερνε μεγαλώνοντας το ποδαράκι του το αριστερό, τόλμησε να πει περισσότερο δυνατά από όσο έπρεπε, «γρι –γρι να σου πετύχει».
Ο Γιώργης τράβηξε μια γροθιά στον γενικά άτυχο και πολύ πιο κοντό του Γιάγκο, με αποτέλεσμα να χάσει αυτός το μπροστινό του δόντι, αφήνοντας για πάντα ένα κενό στο στόμα. Έμαθε να το βουλώνει. Ποιος ονόμασε τις γροθιές μπουκέτα; Δεν το ξέρω. Μπορεί όμως ο Θεός να έχει το ελεύθερο στη ζωή και ο άνθρωπος στη γλώσσα. Στην πολιτεία της αλήθειας και της ευτυχίας, του κύματος και του νερού, όλοι είχαν τα παρατσούκλια τους. Ο Γιάγκος κέρδισε το καινούριο του. Έμεινε στα χρονικά του τόπου με το όνομα ο Γιάγκος ο Βιτρίνας. Το παιδάκι απόντος του πατέρα του, το έλεγαν οι καλοί συμπολίτες μας, το Ζαβό. Ήταν σαν να έβλεπες στον αέρα το Ζήτα κεφαλαίο. Τα άλλα άτυχα παιδιά ήταν κλεισμένα στη θαλπωρή των σπιτιών τους. Καμιά φορά στην αγκαλιά των κατωγιών. Αν έβγαιναν μια φορά το χρόνο δυο το πολύ, Πάσχα και Παναγίας, ζήτημα. Το μόνο ζαβό λοιπόν στην πόλη μας, ήταν το μόνο που κυκλοφορούσε. Μα πώς έγινε κι ο Γιώργης Κουρελιό; Οι ντόπιοι το επρόφεραν κουρλιό, αλλού δίνοντας φωνή και αλλού κόβοντας φωνήεντα. Μα αυτά τα έμαθα αργότερα.
Ο Γιώργης έδωσε δουλειά στον Γιάγκο στα χτήματα και στο λιοτρίβι, μούτσος της στεριάς. Αυτός με τα χρόνια συνήθισε το παιδί , το συμπάθησε. Όσο μπορούσε το φύλαγε. Έμαθαν ο ένας τον άλλον. Πιστευόντουσαν μεταξύ τους.
Ο Γιώργης άρχισε να μη στέκεται καλά. Η αρρώστια δούλευε μέσα του, τρώγοντας σωθικά και μυαλό. Είχα σιχαθεί να ακούω από τις σκατόψυχες γριές «καλά να πάθει». Το θυμάμαι αυτό έντονα όταν ήμουν μικρός. Αυτές γνωρίζανε μόνο Θεό τιμωρίας. Ο καθένας πλέκει τα ομοιώματα του. Ο δυνατός άντρας άρχισε να καταρρέει. Λίγο, λίγο, σταλιά, σταλιά, σώμα και μυαλό πήραν την κάτω βόλτα. Και το μεν σώμα το σώσανε, ας είναι καλά η πενικιλίνη. Το μυαλό δεν κρατήθηκε. Έβγαλε μια κακία απύθμενη για όλους, για το παιδί του παραπάνω. Άρχισε να το κυνηγάει. Όταν το έπιανε στα χέρια του το χτυπούσε, μέχρι να ματώσει, το κλείδωνε σπίτι. Η γυναίκα του, η τσαούσα, η όμορφη κοντούλα με τη μανία για τα πολιτικά, μόνο σπίτι της έμεναν οι βουλευτές και οι πολιτικοί που ερχόντουσαν στην πόλη, άρχισε και αυτή να κλείνεται, μετά χάθηκε από προσώπου γης. Ευτυχώς είχαν χρήματα. Κάποτε, έγινε η κηδεία της. Είπαν ότι είχε καρκίνο στο στήθος, μα πώς δεν έκανε τίποτα να τον σταματήσει.
Όταν έφυγε η μάνα, τα πράγματα χειροτέρευσαν. Το παιδί χωρίς φροντίδα, απεριποίητο και βρώμικο, γύρναγε, αντικείμενο κοροϊδίας από πολλούς αδύναμους, κυνηγημένο περισσότερο από τον ίδιο του τον πατέρα. Ο Γιάγκος έμπαινε ανάμεσα. Τις έφαγε ξανά μερικές φορές. Δεν τον πείραζε. Ο Γιώργης χειρότερα. Πάνε και τα ωραία ρούχα, πάει και το παράστημα. Δε φρόντιζε τον εαυτό του. Δεν μπορούσε. Όσο περνούσε ο καιρός το παιδί του, έγινε ο εχθρός του. Το μισούσε. Αυτό μεγάλωνε, πέταξε μπόι, κοντά δυο μέτρα, λιγνό ψηλό παλικάρι, που παρόλα τα σημάδια της αρρώστιας του, είχε όμορφα χαρακτηριστικά.
Μέσα σε όλη αυτή τη φθορά, η κόρη, η μόνη υγιής, ίδια η μάνα της, δυνατή όχι για τρεις αλλά για πέντε, πήρε ευθύνες. Αντί να λυγίσει, στάθηκε στα πόδια της, ανακατεύτηκε με τις δουλειές, τα κατάφερνε πιο καλά από δέκα. Πλούσια έξυπνη δυνατή, μαζεύτηκαν στο πρόσωπο της όλες οι αρετές και όλες ο δυνάμεις που έφυγαν από τους άλλους. Το λιοτρίβι έγινε ακόμα καλύτερο, τα μαγαζιά ακόμα περισσότερα, τα σπίτια ακόμα πιο πολλά. Παντρεύτηκε νωρίς, ένα όμορφο παιδί, λίγο φτωχό, το έστρωσε, πειθήνιο όργανο της κοντής δυναμικής γυναίκας. Στον αδερφό της σημασία δεν έδινε, του είχε γυναίκα, κάποτε την έδιωξε και τον πήγε σε γιατρούς, ψυχιάτρους. Ακούστηκε ότι ο μικρός Γιαννάκης που βέβαια δεν ήταν πια μικρός είχε επιτεθεί στη γυναίκα που τον φρόντιζε. Όχι για κακό, να, για να γίνει από παιδί αρσενικός. Η τελετή μύησης διακόπηκε βίαια. Μετά τους γιατρούς πάχυνε απότομα και άτσαλα. Έγινε από λιγνός, χοντρός, μια τεράστια φιγούρα που περπατούσε με δυσκολία στους δρόμους της πόλης, ένας αγαθός γίγαντας, τρομακτικός στην πρώτη ματιά, ήσυχος, σοβαρός. Ποτέ δεν είδε κανείς αυτό το παιδί να γελάει. Τον πατέρα του τον έτρεμε και ας του έριχνε ένα κεφάλι. Τον απέφευγε σαν ο διάολος το λιβάνι. Ευτυχώς όμως για αυτόν, ο Γιώργης χειροτέρεψε. Οι εμφανίσεις του περιορίστηκαν, εξαφανίστηκε η μορφή του. Το είχε η μοίρα των μεγάλων της οικογένειας να αποσύρονται. Έτσι τα δυο παιδιά κυκλοφορούσαν ελεύθερα, η κοπέλα να οργώνει τους δρόμους για επιχειρήσεις, πάντα δραστήρια, πάντα, υγιής, πάντα τσαούσα, το παιδί να οργώνει γενικώς, ένα ήσυχο βοϊδάκι χαμένο σε θολές σκέψεις και σπασμένα λόγια. Δύσκολα μιλούσε, είχε ψεύδισμα και βραδύτητα. Κοντά στην εκκλησία, κάθε Κυριακή να λέει όπως, όπως το Πάτερ Ημών στη λειτουργία, στις γιορτές και στα πανηγύρια πρώτος, να υπηρετεί με τον τρόπο του τον εκάστοτε εορτάζοντα ναό, αυτόκλητος νεωκόρος και ψάλτης μαζί, προς μέγιστο εκνευρισμό του πραγματικού ψάλτη, πηγή γέλιου για τα παιδιά, εκνευρισμού για τις θεούσες.
Ο Γιαννάκης, τεράστιος πια, μα πάντα Γιαννάκης στο όνομα, γύρναγε από το πρωί μέχρι το βράδυ, ήξερε όλες τις οικογένειες, τις συγγένειες, όλα τα σόγια, τα αρραβωνιάσματα, κρυφά και φανερά, τις παντριές. Είχε μια καλή κουβέντα για τον καθένα, να στείλει τα χαιρετίσματά σε γονείς, αδερφές ακόμα και φίλους, που μπορεί να τους είχε δει για μια και μόνο φορά. Εμείς οι μικρότεροι του, επισκέπτες καλοκαιρινοί οι περισσότεροι, τον είχαμε συνηθίσει, τον ξέραμε, τον θεωρούσαμε απαραίτητη παρουσία του τόπου, μια ζωντανή διακόσμηση, μια σίγουρη καλησπέρα. Έκανε τη βόλτα του, χαιρετούσε και μιλούσε, πάντα με τον ίδιο τρόπο, σταματούσε και σε κοίταζε με το πλάι, ίσως δεν έβλεπε τόσο καλά. Εμείς, της γενιάς μου, όλο και περισσότερο απομακρυνόμασταν από τον τόπο μας. Τα πρώτα χρόνια μετά τις σπουδές προσπαθούσαμε να βρισκόμαστε στο πανηγύρι της Παναγίας. Αργότερα κι αυτό το κόψαμε. Ο Γιαννάκης όμως θα μας έστελνε χαιρετίσματα. Όταν σπάνια ερχόμασταν, τον βλέπαμε. Αυτά τα ζωντανά εξαρτήματα ενός τόπου, τελικά έχουν σημασία.
Το καλοκαίρι του 199… πήγα μετά από καιρό στους γονείς μου επίσκεψη. Ήμουν αρκετά αποτυχημένος στα μάτια μου, μα αρκούντως επιτυχημένος στα μάτια των άλλων. Τέλος πάντων είχα ιδιότητα πια, όχι φοιτητή ή νεαρού που γυρνάει, αλλά καθηγητή. Από την πρώτη μέρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι έλειπε, κάτι με βάραινε. Δεν μπόρεσα να καταλάβω. Την τρίτη μέρα το έπιασα. Δεν είχα δει τον Γιαννάκη. Ρώτησα τον πατέρα μου, για να μάθω ότι ο άνθρωπος αυτός σε ηλικία τριάντα επτά ετών είχε πεθάνει, λίγους μήνες πριν από πνευμονικό οίδημα, συνέπεια της χορήγησης ισχυρών ψυχοφαρμάκων. Αν ήμουν η μάνα μου, θα πήγαινα στην εκκλησία να ανάψω κερί.
Σε μια από τις βόλτες μου κι ενώ περνούσα από το πιο παλιό καφενείο της πόλης, το μόνο που δεν έγινε, υποκύπτοντας στις σειρήνες των καιρών καφετέρια, πρόσεξα ένα γέρο που κάτι μου θύμιζε, μα δεν μπορούσα να πω ποιος ήταν. Πρέπει να ήταν όμορφος άντρας στα νιάτα του, μελαχρινός με ωραία χαρακτηριστικά, πυκνά άσπρα μαλλιά, παχιά χείλια φιλήδονα. Το κάτω είχε κρεμάσει σε μια έκφραση βλακείας και παραίτησης. Περνώντας μου μίλησε.
« Παλικάρι έχεις τσιγάρο;»
«Δεν καπνίζω», απάντησα με όση σοβαρότητα μπορούσα.
«Ποιανού είσαι», ήρθε η απαραίτητη ερώτηση. Του είπα το όνομα και το σόι μου, έστειλε χαιρετισμούς στον πατέρα μου, τον θυμήθηκε. Μου ζήτησε να τον σηκώσω, να τον πάω απέναντι. Το έκανα, όχι χωρίς προσπάθεια, ήταν βαρύς και δυσκίνητος. Όταν σηκώθηκε, πρόσεξα το λεκέ ανάμεσα από τα σκέλια. Έφυγα μα μετά από λίγο ξαναπέρασα από κει. Ήταν στο κάθισμα ενός προπατζίδικου. Με φώναξε πάλι.
«Παλικάρι τι φαΐ είχατε σήμερα;»
Απάντησα ότι μου κατέβηκε στο κεφάλι. Με την άκρη του ματιού είδα μερικούς έφηβους, περίμεναν έξω από το παρακείμενο φροντιστήριο, να γελάνε όσο μπορούσαν πιο κρυφά. «Έλα σήκωσε με να με πας απέναντι». Το έκανα αν και κατάλαβα, λογική δεν υπήρχε. Γυρνώντας σπίτι αυτό που υποψιάστηκα μου το επιβεβαίωσε η μητέρα μου. Ήταν ο Γιώργης, με κερδισμένο το παρανόμι, Κουρελιό. Είπα. «Πώς έγινε έτσι ο άνθρωπος», για να πάρω την απάντησή της.
«Γιατί μια χαρά είναι. Καλύτερα ήταν κλεισμένος σπίτι του τόσα χρόνια. Τουλάχιστον τώρα βγαίνει. Δεν ενοχλεί κανέναν. Το πολύ, πολύ να θέλει να περάσει απέναντι».

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΕΝΤΡΟ 2
(κείμενο παρενθέσεων)

ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ: ΝΑ ΜΗΝ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥΣ, ΑΘΕΟΥΣ ΚΑΙ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΟΥ Σ. Ρ. (μοίρα του άρα να μείνει αδιάβαστο)

Α ΜΕΡΟΣ

Πόσα μπορούν να μας ενώνουν; Πολλά; Λίγα; Ένα, δύο; Μια ιδέα ναι, μια ιδεολογία ποτέ όλους. Μα και η ιδέα μπορεί, μόνο αν έχει έρεισμα στους αιώνες και στην πραγματικότητα, έχει σμιλευτεί γερά, σε χαρτιά, κορμιά και τόπους. (Παράδοξο πρώτο και τραύμα της χώρας, εδώ και ενενήντα χρόνια, έχασε τη μόνη ιδέα που είχε σχηματίσει, τη Μεγάλη Ιδέα. Το να έχει κανείς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του είναι μόνο καταστροφικό, όπως φυσικά και το να εξαρτάται από δόσεις. Ούτε την απώλεια του ενός μισού μας, της μικράς Ασίας εσωτερικά ξεπεράσαμε, ούτε τον προηγούμενο διχασμό θεραπεύσαμε. Η χώρα ζει το σκόρπισμα, και το μεταμφιέζει τεχνηέντως, άλλοτε με λόγια, άλλοτε με πράξεις, άλλοτε γίνεται συμπαθητική ιδιαιτερότητα που καλύπτεται πίσω από εκλογές, άλλοτε βαθαίνει σε τραύματα θανατηφόρα, σε εμφύλιο και δικτατορίες, όχι μόνο τις πολιτικές, μα και τις καθημερινές προσωπικές του καθενός μας. Δεν είναι αυτές λιγότερες, γιατί αν δεν υπήρχαν αυτά τα τραύματα και αυτά τα πατήματα, οι άλλες δε θα έβρισκαν ποτέ έδαφος να πραγματοποιηθούν). Παράδειγμα γενικό. Ενώ είναι αδύνατον να βρούμε παγκόσμια επαρκή ορισμό της ελευθερίας, είναι αδύνατον να την αφαιρέσουμε από την ανθρώπινη ψυχή, νου και καρδιά. Άνθρωποι που με δυσκολία θα έγραφαν το όνομα τους και θα έκαναν μια περιγραφή της ημέρας τους σε μια σελίδα, απολύτως ορθά θα είχαν σχέση μαζί της, θα την κατανοούσαν, θα την ένιωθαν, θα ζούσαν με αυτήν, θα πέθαιναν για αυτήν. Η θρησκεία μπορεί να ενώνει; Είτε αρέσει στον σημερινό κάτοικο αυτού του τόπου, είτε πιο συχνά όχι, η θρησκεία ενώνει επιτυχώς λαούς.
Η γλώσσα; Αυτό είναι σχεδόν μυστήριο. Η γλώσσα δεν ενώνει, ορίζει και ξεχωρίζει, καθορίζει ένα μη γεωγραφικό τόπο, συχνά πιο ισχυρό από οποιοδήποτε υλικό αντίστοιχο, μα αυτό δεν αρκεί να την κάνει συνδετικό κρίκο. Ή μάλλον κρίκος είναι, αλλά όσο ισχυρός και να είναι ο δεσμός κάποιου με αυτήν, δεν αρκεί για να κρατά ενωμένη μια κοινωνία. (Παράδοξο δεύτερο, το μόνο κοινό χαρακτηριστικό της δικής μας περίπτωσης είναι η γλώσσα, η καθημαγμένη, φτωχική, κουρελιασμένη, διαλυμένη γλώσσα των τελευταίων χρόνων, μια απολύτως προσβεβλημένη γλώσσα, που σε βάρος των σωμάτων και των ψυχών ημών, απόλεσε το πιο ισχυρό της έρεισμα, τη σχέση της -είτε από πάνω, βλέπε μορφωμένους και καλλιέργεια επιστημονική-λογοτεχνική-πανεπιστημιακή, είτε από κάτω, βλέπε λαό, λατρεία του, καθημερινότητα του γλωσσική- με την μια όχθη, το παρελθόν, οπότε γέφυρα με ένα άκρο δεν υπάρχει, αυτομάτως χάνει και το άλλο, το μέλλον. Όμως και πάλι και όχι τυχαία τα υλικά ενός έθνους -λαού, δε με νοιάζει τώρα και εδώ η διαφοροποίηση, είναι γλώσσα, θρησκεία, ιστορία, αυτό τουλάχιστον λένε οι κοινώς αποδεκτές επιστημονικές αρχές ).
Πριν λίγους μήνες περήφανος αυτοονομαζόμενος αριστερός, συνηθισμένα λόγιος, μου έγραφε μια κοινοτοπία και κοινοτυπία του χώρου του, “πατρίδα και θρησκεία, δε μου λένε τίποτα”, αφήνοντας φυσικά σε μια ακόμα ανάλυση μαρξιστικού τύπου χωρίς τον Μαρξ, να διαφαίνεται η γνώση των οπισθόφυλλων των εκδόσεων του συχωρεμένου πια Χόσμπαουμ. Ουσιαστικά η γλώσσα του καθενός, παρά τα χτυπήματα και τα τραύματα, τις φθορές και τις πτωχεύσεις επαρκώς αν όχι πλήρως, αποκαλύπτει τον καθένα. Ένα μεγάλο μέρους των κατοίκων του τόπου αυτού (λαός έπαψε προ πολλού να είναι ) προτάσσει την κοινωνία έναντι της πατρίδας, μάλιστα η πρώτη λέξη-έννοια αποκτά και μυστηριακό χαρακτήρα, μια που αυτό είναι αναπόφευκτο στον άνθρωπο για να σταθεί στα πόδια του και η δεύτερη, βδελυρό και περιφρονητέο. Σκεφτείτε πόσες φορές οι αριστεροί λένε κοινωνία, κοινωνία πολιτών κλπ όπου τα Δικαιώματα του ανθρώπου φαντάζουν απείρως σημαντικότερα , ιερότερα και πιο αξιοσέβαστα από τις πλάκες που βάσταζε ο Μωυσής κατεβαίνοντας από το Σινά. (Σε γενικές γραμμές ότι του κλείνεις την πόρτα μπαίνει από το παράθυρο. Αυτό που θέλουν να απεμπολήσουν μανιωδώς οι σύγχρονοι, νεωτερικοί και μετανεωτερικοί άνθρωποι, το άλλο, το μεταφυσικό, το θείο, το δαιμονιώδες, επενδύεται με τον πιο χυδαίο τρόπο στα πιο χυδαία αντικείμενα, είτε σκέτα καταναλωτικά, είτε εφήμερα πολιτικά και κοινωνικά αγαθά. Αν είμαι υπερβολικός εγώ, τότε τι είναι μια διαδήλωση που γίνεται για το οκτάωρο ή τις υπερωρίες, ένας θάνατος για την ιδιωτικοποίηση ή όχι λεωφορείων, βίαιοι ξυλοδαρμοί για επιδοτήσεις, εισβολές για μονιμοποιήσεις, εκπορνεύσεις για τριάκοντα αργύρια.. Κάποιος έχει τρελαθεί).
Σε όλα αυτά αραιά και πού, πώς θα μπορούσε και συχνότερα, μιλούμε για την απουσία της πνευματικής κεφαλής, συγχέοντας το πνεύμα με την απόκτηση εξωτερικών τίτλων επιτυχίας, τον πνευματικό άνθρωπο που είναι ένας βασανισμένος αγωνιστής που τρώει και καταναλώνει τις σάρκες του, με τον σαλιαρίζοντα σε εγκαίνια και παρουσιάσεις έτοιμο να ποζάρει ερμαφρόδιτο συγγραφίσκο, ή ζωγραφίζοντα, ή ξεπεσμένο ηθοποιούλη, ή αναιδή πανεπιστημιακούλη. Μα πνεύμα δεν είναι το γούστο μιας ώρας, οι χαριεντισμοί μιας ψεύτικης ευγένειας, οι κρυμμένες σεξουαλικές φαντασιώσεις, οι υστερόβουλες διαχύσεις, η επιδιωκόμενη ευδαιμονία. Πνεύμα είναι η καρδιά μιας ζωής. Τι μπορούν να πουν οι τυφλοί σε τυφλούς και πού να τους οδηγήσουν; Η απάντηση έχει δοθεί και δυστυχώς δίνεται μπροστά στα μάτια μας.
Ας πάρουμε τώρα ένα παλιό, γνωστό, μάλλον θλιβερό και φορτισμένο αρνητικά για τους περισσότερους σύνθημα. Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Γιατί άραγε, ίσως βλάκες, ίσως έξυπνοι έβαλαν αυτή τη σειρά; Είναι τυχαία, ανούσια και γελοία, ή παρά τη φθορά της, ακόμα κι έτσι στον ξεπεσμό της λέει πράγματα αυτή η φράση των τριών λέξεων; Και θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη σειρά επί ώρες και σελίδες, όπου η ιστορία αμείλικτα έχει οριστικοποίησει χαρακτηρισμούς και τη θέση των ανθρώπων που πρόδωσαν την πρώτη, αρνήθηκαν τη δεύτερη ή μόνο εγκατέλειψαν την τρίτη. Κι ενώ για τις δυο τελευταίες χωρίς πρόβλημα τα ρήματα μπορούν να εναλλαχτούν για την πρώτη λέξη το ρήμα είναι αποκλειστικότητα. Τι κι αν αρνηθώ την οικογένεια μου, την εγκαταλείψω, την περιφρονήσω, τη μισήσω, ή εκείνη με πολλούς τρόπους, πονηρούς, τακτικούς και τρυφερούς, αξιοπρεπείς, σοβαρούς και προστατευτικούς, το κάνει προς εμένα, ποτέ κανείς και τίποτε δε θα με ονομάσει προδότη. Η θρησκεία η κακομοίρα στα δικά μας τα μέρη (βλέπε Δύση όπως και να το κάνουμε) και στους δικούς μας τους καιρούς ( πες τους σύγχρονους, μοντέρνους, νεωτερικούς , μετανεωτερικούς ή δεν ξέρω εγώ τι) έχει ανοχές. Κι αν ακόμα είτε μειράκια, είτε γερόντια της αριστεράς και πάλι, ασχολούνται μαζί της νομίζοντας ότι ζουν στον 16ο αιώνα και στη Γαλλία είναι γιατί τους βολεύει να ασχολούνται με ένα ακόμη φάντασμα. Αδυνατούν γενικά να δουν πραγματικότητα. Εξυπηρετούνται διανοητικά, ψυχικά και πρακτικά να ζουν στο δικό τους κατακερματισμένο φαντασιακό ( πού είσαι Κορνήλιε) από το να αντιμετωπίσουν το αδυσώπητο προσωπικό τους σήμερα. (Διευκρίνηση περιττή για ανθρώπους. Κανείς συνεπής με την ιδεολογία του δε θα εξεγερθεί με αυτά που λέω. Βολεμένοι ναι).
Κι όμως πολλοί επιμένουν ότι δεν υπάρχει πατρίδα, ή ότι δεν έχει σημασία και συχνά χρησιμοποιούν επιχειρηματολογία διαφωτισμένη και διαφωτιστική, συγχέοντας όμως την ιστορική πραγμάτωση του έθνους των τελευταίων δύο αιώνων με τη μάλλον πολύ παλιότερη έννοια της πατρίδας. (Κι εδώ τι πρεσβεύω άραγε; Μια ιδεολογία ναζιστικού τύπου όπου το χώμα, το αίμα και η φυλή γίνονται από προσωπικές αλήθειες διαχωριστικά δεδομένα που οδηγούν σε πρόσθετους χωρισμούς, πάθη και βία; Όχι βέβαια. Υπάρχουν βλαστήμιες και βλαστήμιες και ακόμα κι αν έχω φλερτ με λάθη, θέλω να τα αποφεύγω). Αν είναι να πάρω θέση σύντομη, άμεση και περιεκτική, θα έλεγα ότι σημασία έχουν αυτά που μας ενώνουν απείρως μεγαλύτερη από αυτά που μας χωρίζουν. Κι αν θέλω κι εγώ κάτι είναι ένωση και κοινωνία κι όχι, διαζύγιο και ερημία. Όμως το σώμα μου είναι ένα επαρκές υλικό σημείο, απαρτιζόμενο από χώμα που ανυπόμονα περιμένει την επιστροφή του στα ανόργανα υλικά του. Και επειδή όλα τα υλικά μου χαρακτηριστικά υπακούν σε φυσικούς νόμους και ειδικά και κύρια της βαρύτητας, καταλαμβάνω όγκο, έχω κάτι σαν συντεταγμένες ύπαρξης, αυτό μοιάζει να καθορίζεται κυρίως από την υλική, τη χωμάτινη πατρίδα μου, στην αρχή σε μια εντελώς μικρή κλίμακα, σπίτι, γειτονιά, σχολείο, πόλη, χωριό, τόπο τέλος πάντων αυτό το υλικό και μόνο υλικό στοιχείο μου, μοιάζει να γίνεται εντελώς καθοριστικό της ύπαρξης μου. Δεν μπορώ να αφαιρέσω την ύπαρξη του τόπου από την ύπαρξη μου. (Φυσικά μπορώ να την αναιρέσω, δεν είναι μάλλον ευχάριστο αυτό). Ανάερο και αποκλειστικά πνευματικό άνθρωπο δεν έχω συναντήσει και δε με ενδιαφέρει άλλωστε. Το υλικό έχει τη χάρη του. (Δεν ασχολούμαι με την περίπτωση της μετοίκησης, δε με ενδιαφέρει, είναι σχεδόν αυτονόητα και κοινά τα αισθήματα αλλά και η κατάληξη του ότι δεν γίνεσαι ποτέ μέρος της νέας σου πατρίδας, αυτής που κυρίως για λόγους εργασίας επιλέγεις. Νόστος υπάρχει μόνο προς μια κατεύθυνση).
Άρα τι κάνω αν θέλω να είμαι άνθρωπος και μάλιστα “σύγχρονος”; Την αρνούμαι; Μήπως την προδίδω; Την ξεπερνώ; Μα πώς; Για να ξεπεράσω την πατρίδα μου εγώ δε βλέπω παρά μόνο ένα τρόπο και επαναλαμβάνω δε μου αρέσει. Από την άλλη, είμαι μέρος της ή είναι εκείνη μέρος δικό μου; Είμαι εγώ σημαντικός για εκείνη ή εκείνη είναι σημαντική για εμένα;
Όμως όλα αυτά πρέπει να έχουν ένα σκοπό, ένα κέντρο, ένα στόχο. Αυτός πρέπει να με συμπεριλαμβάνει, εγώ να τον χωράω, εκείνος να μου δείχνει δρόμο και τρόπο, εγώ να τον ακολουθώ και να ελευθερώνομαι, αυτός να μου δίνει νόημα για όλα, μεγάλα και μικρά, εγώ να τον νιώθω πιο μέσα από το ίδιο μου το κορμί, πιο σημαντικό από το αίμα στις φλέβες μου, πιο ουσιαστικό από τον αέρα που αναπνέω. Πρέπει να είναι αλήθεια μου, πιο μεγάλη από εμένα, χωρίς να με πατάει ή να με ισοπεδώνει, να με υποτάσσει, ξεγελάει, καταπιέζει, τρομοκρατεί, φοβίζει, μπερδεύει, ευτελίζει, χρησιμοποιεί. Πρέπει να είναι πιο μέσα από τα οστά μου, πιο ζωογόνο από την καθημερινή μου τροφή, πιο δροσερό από το νερό που χρειάζομαι, πιο απαραίτητο από το οξυγόνο που αναπνέω. Πρέπει να το νιώθω τόσο που να μην το νιώθω, να μην χωρίζει από εμένα, να μην χρειάζεται εξηγήσεις, αιτιάσεις, δικαιολογίες, επιχειρήματα, σοφίες , ευκολίες ή δυσκολίες, να μη μπορώ να το βγάλω από πάνω μου, από μέσα μου ή εγώ να υπάρχω ξέχωρα από αυτό. Άλλη μια ένωση επιθυμώ; Ίσως την Ένωση. Ίσως την ενότητα.
Κι όμως αυτό που βιώνουμε είναι ένας ατελείωτος κατακερματισμός, ένα σκόρπισμα, μια διάλυση όπου δύσκολα τα αυτονόητα πραγματοποιούνται, τα λογικά επιδιώκονται, τα επιβεβλημένα συζητούνται. Ένα σκόρπισμα μέσα κι έξω από τους περισσότερους.( Εδώ πρέπει να πω ότι ούτε καν οι “ιδεολογικοί” μου αντίπαλοι είναι αρκετά συνεκτικοί πια, ή μάλλον το αντίθετο είναι τόσο συνηθισμένη η διαφορά λόγων και έργων που θεωρείται το φυσιολογικό. Όλοι μεταθέτουν τις ουσιαστικές, αγωνιώδεις κατά τα άλλα αλλαγές σε ένα απώτερο, ιδανικό, πλήρες μέλλον, μια γενικευμένη ξεπεσμένη εσχατολογία, όπου το παρόν είναι κοινό , καταναλωτικό, φρικτά δουλοπρεπές και απόλυτα υλόφρον. Μακάρι οι αντίπαλοι αυτοί να με έπειθαν με το υψηλό του ήθους ή των λόγων τους. Χαμηλά όλα όμως.) Πώς γίνεται η ένωση;
Στον επόμενο από τον αιώνα της διάσπασης του ατόμου και του πυρήνα του, δε μένει παρά η εξαφάνιση στα στοιχειώδη σωμάτια τα χωρίς νόημα στην ύπαρξη τους ή μια γενναία πράξη επανεύρεσης. Πάλι τρίτο δε χωράει. Δηλαδή το ερώτημα είναι εξωφρενικά απλό και όμως μοιάζει να μεταμφιέζεται συνεχώς. Τι προτιμούμε, τη ζωή ή το θάνατο; Και μπορεί η ζωή να είναι μόνο υλική; Υπάρχει και το κάτι άλλο ή είμαστε στον κόσμο της φυσικής και της πτώσης; Δηλαδή υπάρχει υπέρτερη δύναμη της βαρυτικής ; Ο άνθρωπος μπορεί να πετάξει ή είναι καταδικασμένος στην επιφάνεια της γης, μέρος του φλοιού της, φλοιός και ο ίδιος; Η παροδική μετουσίωση της ανόργανης ύλης σε ένα ανθρώπινο σώμα εξαντλείται στις χημικές, βιολογικές, φυσικές διεργασίες, στο παρόν το εξαφανιζόμενο αιωνίως, το αέναα μετακινούμενο μέλλον, στην ελλειπή συνείδηση των πράξεων και των γεγονότων, στο περιορισμένο και ελλιπώς ορισμένο από τον ίδιο, στην αδυναμία της γλώσσας και των εννοιών του, στην αγνωσία και στην απροσδιοριστία, στο κενό του μέλλοντός του, στο κενό της ύπαρξης, στο κενό καθεαυτό ή;
Και σ' όλ' αυτά εμείς, εδώ, οι κάποιοι εμείς που θέλουμε δε θέλουμε , άλλο όνομα από Έλληνες δεν μπορούμε να έχουμε, είμαστε διπλά και τριπλά καταδικασμένοι από όλα όσα είμαστε , είτε το ξέρουμε, είτε όχι, και σε όλα όσα θέλουμε μα δεν μπορούμε να είμαστε, στην ακαθόριστη εικόνα του ατομικού κοσμοειδώλου του καθενός. Κι όμως κάτι είμαστε ακόμα και ξέχωρα από εμάς ή από την εκφρασμένη θέληση μας. Με ένα περίεργο τρόπο οι άνθρωποι δεν είμαστε καταδικασμένοι στην διάσπαση, αλλά προορισμένοι στην ένωση. ( Εδώ δεν μπορώ να αποφύγω να πω ότι οι Έλληνες είμαστε καταδικασμένοι στην ένωση. Σκεφτείτε ότι είναι με τον γείτονα σας. Για να μη θυμίσω την απόλυτη φρίκη, με τον ίδιο τον εαυτό σας).
“Της τέχνης μου η περιοχή”. Μα είναι δυνατόν να μπερδεύεται το μεταφυσικό σε τόσο υλικά, απτά, καθημερινά προβλήματα; Θα μας δώσουν οι φιλοσοφίες ψωμί, θα μας πληρώσει η τέχνη τα χαράτσια, φαΐ η ποίηση; Ο άνθρωπος είναι αδυσώπητα υλικός, δε θέλει από τα άλλα. Έλα μου ντε που τα άλλα είναι πολύ πιο άγρια, επιθετικά και το κυριότερο εκδικητικά. Αν τα ξεχνάς πληγώνουν, αν τα περιφρονείς, βασανίζουν, αν τα αρνείσαι σε διαλύουν πιο απτά από τα πυρά του σκληρότερου εχθρού. Το άυλο νικά το υλικό. Στο κάτω κάτω της γραφής και τα λόγια σε κάθε μορφή και σε κάθε μέσο άυλο είναι. (Δεν είναι υπόσταση των λέξεων οι συχνότητες τους ή το μελάνι τους). Όταν κοιτάζω κάποιον ή με κοιτά είναι υλικό φαινόμενο ή έχει το μερτικό της και η άλλη πλευρά; Η σκέψη είναι μια νανοπούλεια περιοριστική διαδικασία ή κάτι απείρως πιο μεγάλο και αλήθεια πραγματοποιήσιμο σε κάτι τόσο μικρό όσο το ανθρώπινο μυαλό; Η μεταφυσική είναι πιο απαραίτητη από τη φυσική ή πιο φοβερή;
Things fall apart; the centre cannot hold.

Β ΜΕΡΟΣ ( χαμηλότερου επιπέδου)

Μα το έλλειμμα γεμίζει. Η απώλεια αυξάνεται. Η ένδεια φαρδαίνει. Και τώρα ας χαμηλώσουμε κι άλλο το επίπεδο του κειμένου αυτού και ας δούμε την υλική , απολύτως πραγματική πλευρά του προβλήματος. Κάποιος είναι παράλογος, κάποιοι ζουν τον παραλογισμό. Συνήθως εκτοξεύονται κατηγόριες , συχνά προσβλητικές με σκοπό ποτέ την ανακάλυψη της αλήθειας (η αλήθεια θεωρείται μια άγνωστη ήπειρος όπου απλά οι θαλασσοπόροι μας δεν έχουν αρκετά στοιχεία ή γνώσεις για να τη βρουν), αλλά την εξάλειψη ενός ακόμα ενοχλητικού λεκτικού αντιπάλου. Πότε σε αυτήν τη χώρα, η λέξη αριστερός έγινε από πολιτική θέση και μάλιστα θολή, ασαφής, υπερβολικά ηρωική, επιπόλαιη, φιλοσοφικά άγνωστη, οντολογική κατηγορία; Μα ήδη με την ερώτηση έδωσα και την απάντηση.
Μετά το σαράντα η χώρα έγινε ένα θλιβερό εκκρεμές όπου ποτέ δεν ισορρόπησε. Δέκα χρόνια καταστροφής , πολέμου, αιματοκυλίσματος. Τριάντα χρόνια όπου μια δεξιά λίγη, μα αρκετά Ευρωπαϊκή κατά το κοινώς λεγόμενο, σπάνια το ορθώς, συχνότερα το λάθος πράττειν, με ένα μικρό, σχεδόν ανύπαρκτο όραμα κυβέρνησε τον τόπο, άλλα τριάντα όπου η σοσιαλιστική και αριστερή πτέρυγα ( τα διαλείμματα της ΝΔ δεν έχουν καμιά σημασία, η πρακτική υπήρξε μόνο μία) άσκησαν επίσης εξουσία, πιο δόλια, το λέω ξεκάθαρα κι εκτός παρενθέσεως, πιο διεισδυτικά, πιο βαθιά, παίρνοντας μια μόνιμη εκδίκηση σε όλα όσα ήξεραν μα και σε πάρα πολλά από όσα δεν ήξεραν, λερώνοντας, βρομίζοντας, καταστρέφοντας και διαστρέφοντας τα πάντα και όλους , και μέσα κι έξω, και πατρίδα και θρησκεία και οικογένεια. (Πόσοι εδώ θα σταματήσουν φτύνοντας τον συγγραφέα σίγουροι). Μα για να γυρίσω στη δήλωση του αριστερού που μου έλεγε ότι πατρίδα και θρησκεία δεν του λένε τίποτε, τότε τι έχει και τι μένει στη ζωή του, τους, μας;
Και φτάσαμε στο σημερινό σημείο όπου χρόνια οι μόνοι στόχοι που τίθονταν στις ζωές τις ατομικές αλλά και του συνόλου ήταν οικονομικοί. Τουλάχιστον τριάντα χρόνια τίθεται αυτό , συχνότερα ως μαστίγιο , στο ενδιάμεσο και ως καρότο, μα για πολύ λίγο, και με απροκάλυπτη ξεδιαντροπιά, για τα ψίχουλα που πέταξαν ή μόνο έπεσαν από το τραπέζι του μεγάλου ξεφαντώματος του 80, τον έκλεψαν κανονικά στα τέλη του 90, του πέταξαν άλλον ένα ψεύτικο στόχο στις αρχές του 2000 και μετά άρχισε η αδυσώπητη, ελεύθερη ή ακόμα χειρότερα, ελεγχομένη πτώση του. ( Πολύ συχνά επανέρχομαι στο όνομα του Σημίτη, θεωρώντας το υπεύθυνο για πολλά. Στα χρόνια τα δικά του τα νέα σύμβολα, εκσυγχρονισμός, νομισματική ένωση, Ευρώπη αποκτούν μια καθοριστική και μεγάλης εμβέλειας επέκταση μέσα στο σώμα της κοινωνίας, εις βάρος κάθε φορά και ενός κομματιού αξιοπρέπειας, Ίμια, Οτσαλάν, πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, όπου πουλήσαμε την ψυχή μας και δεν εξασφαλίσαμε το ξεροκόμματο. Πάντα το λέω το άυλο εκδικείται πολύ πιο σκληρά το υλικό. Μα το οικονομικό-υλικό για άτομα σαν τον Σημίτη είναι το μοναδικό, το μέγιστο. Δεν μπορώ να τον κατηγορώ για ανικανότητα, ούτε να του προσάψω το ότι ο δεύτερος τη τάξει ήταν ο Άκης, και φαντάζομαι δεκάδες κι εκατοντάδες άλλοι αντίστοιχοι στην κλίμακα τους. Θα μου πεις πολλή η άγνοια. Δεν πειράζει, όμως ούτε αυτό. Είναι η πνευματική του ανεπάρκεια που τον οδηγεί στη δικιά του νομοτέλεια στις αντίστοιχες πράξεις. Υπάρχει δηλαδή σε όλους αυτούς τους ανθρώπους του υλικού, μια συνεχής και από τους ίδιους ελαφρά τη καρδία πρόταξη κατά περιπτώσεις ανικανότητας και ανεπάρκειας. Με περηφάνια θα πουν σας το λέγαμε , δεν ήταν καλό το καράβι. Μα τότε γιατί είσαι καπετάνιος του; Ή δεν είσαι; Απαλλαγή δεν υπάρχει και μου αρκεί η λήθη που θα καλύψει ονόματα και παρουσίες τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κατεξοχήν υποτιθέμενος φιλόσοφος της περιόδου ο Σ. Ράμφος, έχει σαν διανοητική του ναυαρχίδα την εξατομίκευση, κρίνει από τη δικιά του προκρούστεια κλίνη τη ζωή, αλληθωρίζει επαρκώς προς το ΠΑΣΟΚ, έχει πάρει ανοιχτά θέση υπέρ του εκσυγχρονισμού και ακόμα πιο συγκεκριμένα του Γ. Παπανδρέου και απλά υπογραμμίζει το αιώνιο διαζύγιο διανόησης και πράξης, σκέψης και φιλόσοφου βίου- μα για τον Σ. Ρ σε λίγο και άλλα ).
Άρα είχαμε να μπούμε στην ΕΟΚ, να πάρουμε μέρος στην νομισματική ένωση, να κάνουμε τους Ολυμπιακούς, να κερδίσουμε και να χάσουμε πολλά στο χρηματιστήριο, να αλλάξουμε τις κουζίνες και τα μπάνια των σπιτιών μας, (που μάλλον τα είχαν χτίσει χωρίς δάνειο το 60 και το 70 οι γονείς μας, ενώ εμείς και για τις διακοπές μας παίρναμε δάνειο. Άλλο είναι να χτίζεις σπίτι, άλλο να αλλάζεις κουζίνα), να μάθουμε ένα σωρό ονόματα καταναλωτισμού, να αυξήσουμε γύρω στα τετρακόσια κυβικά τα αυτοκίνητα μας, να χάσουμε λίγα από όσα μας ενώνουν σε ένα θολό πολτώδες επικάλυμμα συνηθειών στη θέση των πράξεων. Ποιος σου είπε ταλαίπωρε πνευματικά Καραμήτρο, να γιορτάζεις τα Χριστούγεννα ψωνίζοντας και το Πάσχα τρώγοντας; Και η άλλη πλευρά να μην υπάρχει, αυτά είναι λίγα κακόμοιρε. Χρειάζεσαι, θέλεις δε θέλεις άγκυρα στον ουρανό, το σκοινί να τραβά ψηλά, το βάρος από το μεγάλο σίδερο να τη ξεσέρνει στα σύννεφα. Τα πολλά που έτρωγες, έπαιρνες, αποκτούσες, συσσώρευες είναι ελάχιστα. Το κυριότερο δεν σου κρατούν τη ζωή. Δεν κρατάνε εσένα όρθιο. (Θέλεις και ρητά των Αρχαίων. Πάρε μαζεμένα δυο. Ουρανούχον αρχάν- Φυτόν ουκ έγγειον αλλά ουράνιον.)
Τι έχουμε πάθει λοιπόν στη σημερινή χώρα που τη λένε Ελλάδα και μοιάζει πιο συχνά να είναι ο περιορισμός και η άρνηση του altra cosa. Η αριστερά είναι δράση και αληθινά η δεξιά είναι αντίδραση, δεύτερη και καταϊδρωμένη. Και οι δυο συντελούν με μια εξωφρενική (κυριολεκτικά) πολιτική και πρακτική ανεπάρκεια να υπηρετούν όχι τον τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά ανθρώπους τους και πολλών ειδών ακόμη τοπικισμούς, (όχι απαραίτητα μα ακόμα και σήμερα μερικές φορές γεωγραφικούς). Και οι δυο συντελούν σε συντέλεια και στοχεύουν σε ρήξη. Κι οι δυο αποτελούν την έμπρακτη απόδειξη του λίγου που οδηγεί στο ελάχιστο. Και οι δυο γεννούν μια καινούρια πρωτόγνωρη ορφάνια, μια ορφάνια που αγκαλιάζει με τη φονική και δηλητηριώδη στοργή της μια ολόκληρη χώρα, μια πατρίδα, μια από τις πολλές, μια κοινωνία, πολλούς ανθρώπους. Οι κάτοικοι αυτού του τόπου λοιπόν με περηφάνια γκρέμισαν τις γέφυρες με το παρελθόν τους και με τις παραδόσεις τους ή ακόμη χειρότερα τις προέβαλλαν με τέτοιο τρόπο που γέννησαν μια απόλυτη και δικαιολογημένη αποστροφή που οδήγησε σε μια γενικευμένη άγνοια.( Αν ο ένας στους χίλιους ανθρώπους των γραμμάτων ξέρει ή έχει ψιλιαστεί κάτι αυτό δε σημαίνει τίποτε γιατί δεν υπάρχει λειτουργία. Δε ζούμε μόνοι μας. Ή όλοι μαζί θα χαθούμε ή όλοι μαζί θα ζήσουμε. Στο ένα κομμάτι και είναι πολύ βασικό).
Συμβατικά. Δυο παραδόσεις είχαμε και με την πρώτη, των αρχαίων δεν υπάρχει επαφή για λόγους πρακτικούς και φυσιολογικούς, (χρονική απόσταση, ιστορικό της τέλος) και πνευματικούς-διανοητικούς (έλλειμμα παιδείας και τεμπελιά των απογόνων) ενώ με τη δεύτερη (Βυζάντιο-Χριστιανισμός), υπάρχει, ή συνειδητή και μάλιστα περήφανη άρνηση και αποστροφή, ή τυπική διατήρηση δηλαδή ουσιαστική κατάργηση. Και στις δυο περιπτώσεις η άγνοια γίνεται ο καινός κενός γενικευμένος τόπος μιας χώρας. Και στις δυο περιπτώσεις οδηγούμαστε σε χαμό. Με άλλα λόγια. Είμαστε στην άκρη του κλαδιού και πριονίζουμε συνεχώς το σημείο επαφής με τον κορμό (πρόσφατο παρελθόν και ότι σημαίνει αυτό) προκειμένου να αποκτήσουμε σχέση με τη ρίζα και παραβλέποντας ότι θα την πλησιάσουμε μεν, σε μια βίαιη και θανατηφόρα πτώση μας δε. Άλλος δρόμος να πάρουμε το κλαδί και να το κολλήσουμε σε άλλο μεγάλο δέντρο, δε γίνεται. (Άνθρωποι της πόλης το μπόλι είναι ένα τόσο δα μάτι και πρέπει να ξέρεις πώς θα το βάλεις και πότε). Και ποιος είναι λοιπόν παράλογος και ποιος είναι ο παραλογισμός; Δεν έχει την παραμικρή σημασία η συνέπεια λόγων και πράξεων. Αυτό είναι το κυρίαρχο ρητό της κοινωνίας μας.
Σκιαγραφώ λοιπόν σε χαμηλό επίπεδο -το τονίζω- την καθημερινότητα μας. ( ο όρος αριστερός είναι μια αλήθεια αλλά περιλαμβάνει όλους). Ακούς Κόσμο στο ραδιόφωνο και μοντέρνα μουσική, ωραιοποιείς την αστική τάξη, μερικές φορές την υμνείς κιόλας, σε κείμενα σου μοιρολογείς για την απουσία ή τη μη επέκταση της εμβέλειας της, αλλά είσαι αριστερός, δεν έχεις διαβάσει λέξη από τους αρχαίους ημών προγόνους, παραβλέπεις τη θρησκεία, τους νόμους και τα κράτη τους, αλλά είσαι αριστερός, ( σε πολλούς υπάρχει μια χολιγουντιανή αίσθηση της αρχαιότητας και όχι περισσότερη γνώση της), φοράς ρούχα επώνυμα, κοιτάς ή αγοράζεις έπιπλα επώνυμα, αξεσουάρ επώνυμα, σκεύη για το σπίτι επώνυμα, παπούτσια επώνυμα, διακοσμητικά επώνυμα, αλλά είσαι αριστερός, αισθάνεσαι όσο πιο βόρεια και δυτικά γίνεται, νιώθεις γνήσιο παιδί του Διαφωτισμού (ξέρεις και πιπιλάς δυο ονόματα Ρουσό Βολτέρος και ένα μόνο ρητό τους), γιος της γαλλικής επανάστασης, πρωταγωνιστής του Ρομαντισμού, φίλος Άγγλων αριστοκρατών, σύντροφος των Καρμπονάρων, πηγαίνεις στο Μπάντμιτον για χορό στον πάγο, Κινέζους πολεμιστές, βιενέζικα βαλς, αλλά είσαι αριστερός, τρως σε fast food, σε πολυτελή ή καλύτερα trendy μαγαζιά, επώνυμα και αυτά, όλα επώνυμα σε αυτά, από τον σεφ μέχρι το χαρτί τουαλέτας, στέκια όλο design , σε χρώματα απαλά, παλ, γήινα ή έντονα , ανάλογα με τη μόδα, αλλά είσαι αριστερός, έχεις ακριβό ή χαριτωμένο αυτοκίνητο, έξυπνη συσκευή τηλεφώνου, κάνεις γιόγκα ή διαλογισμό, δηλώνεις άθεος ταυτοχρόνως, πηγαίνεις στας Ευρώπας όπου μοιράζεις το χρόνο σου σε μουσεία (βαρετό μα επιβεβλημένο) και σε αγορές (επιτέλους ενδιαφέρον και ευχάριστο) μα είσαι αριστερός, στα μαγαζιά όπου κι αν βρεθείς απαιτείς, ναι απαιτείς άριστη συμπεριφορά από τους εργαζομένους ( είναι δούλοι εκείνη τη στιγμή, μετά σε κάποιο συλλαλητήριο ξαναγίνονται σύντροφοι), αλλά είσαι αριστερός, ασκείς βία, βία στον σύντροφο σου, στα παιδιά σου, στην οικογένειά σου, στον συνάδελφο σου, στον συνεταίρο σου, στον απέναντι σου, μα είσαι αριστερός, πας στα νησιά ή στο Πάπιγκο, πίνεις καπουτσίνο ή εσπρέσο, τρως γλυκά με περίεργα ονόματα, διαβάζεις , (μάλλον τσαλαβουτάς) τις κυριακάτικες εφημερίδες, μα είσαι αριστερός, μιλάς για συγγραφείς Αμερικάνους, Νεοζηλανδούς, Κονγκολέζους, Γκανέζους Γάλλους φυσικά , ακόμα και Μογγόλους συγγραφείς, ( μα περιφρονείς τον Παπαδιαμάντη, αγνοείς τον Σολωμό, κατηγορείς ταξικά τον Ελύτη), μα είσαι αριστερός, μαγεύεσαι χωρίς να γεύεσαι ότι σου σερβίρουν στήλες και περιοδικά, παλιότερα ήσουν ειρηνιστής (φαίνεται ήρθε η ειρήνη στον κόσμο , άλλο αν δεν την βλέπουμε) και τώρα έχεις μια κάποια οικολογική συνείδηση, πιθανά καταναλώνεις και βιολογικά προϊόντα, αλλά είσαι αριστερός, όλοι και όλες και όλα, αθώα-αφελή θύματα του τίποτα τους, που έκπαγλο και απροσάρμοστο μα εξουσιαστικό, βοά εκκωφαντικά στον καθένα, απαιτώντας τον δικό του θάνατο, την οριστική πτώση. (Επαναλαμβάνω να μη διαβαστεί από άθεους και αριστερούς. Μόνο να μου βρείτε ευτυχισμένους και μη βοηθούμενους από ψυχοθεραπευτικές-ψυχαναλυτικές-ψυχοβγαλτικές διαδικασίες).
Πόσο διαφέρει ο “μέσος” νεόπλουτος από τον “μέσο” αριστερό; Πόσους θεούς προσκυνούν; Ποιος είναι ο υπέρτερος θεός τους; Τι σημασία έχουν οι ιδεολογικές τοποθετήσεις, συζητήσεις, καυγάδες, σκέψεις αραιά και πού, τύψεις σπάνια, όταν κάθε μέρα, κάθε στιγμή, είναι στην υπηρεσία, στην αναζήτηση, στον πόθο του χρήματος; Αν το έχεις μεριμνάς και για άλλο, αν δεν το έχεις το λιγουρεύεσαι. Κάθε βήμα, κάθε πράξη, κάθε σκέψη από τους κατέχοντες και μη υπαγορεύεται από αυτό. Ξέρω αναρχικούς με πρότυπο ζωής μεγαλοαστικό, ξέρω αριστερούς με αυτοκίνητα 4000 κυβικών, ξέρω μεγαλοαστούς που θεωρούν εαυτούς επαναστάτες, ξέρω χριστιανούς που κλέβουν ασύστολα και πίνουν το αίμα των άλλων, ξέρω άθεους που κάνουν μπίζνες με μητροπολίτες, ξέρω ηγούμενους μοναστηριών που ξεπουλάνε τη γη τους για γήπεδα γκολφ και το νερό της περιοχής τους για να ποτίζονται τα γκαζόν.
Όχι, δεν είναι αυτοί οι παράλογοι, αυτοί είναι ο κανόνας.

Γ ΜΕΡΟΣ.

Είμαστε για ποίηση τώρα; Είμαστε για πράγματα του αέρα; Για φιλοσοφία; Σε ένα κόσμο μορφωμένων, δηλαδή διαμορφωμένων ανθρώπων αυτά δε θα συνέβαιναν. Η δια-μόρφωση γίνεται όμως ή από κάτω από την αληθινή ζωή που κρατά ένα πυρήνα πνεύματος ή από πάνω από τον επώδυνο αγώνα με τα γράμματα και τις τέχνες, όχι την αερολογική μίμηση ξένων προτύπων. Ούτε φυσικά είναι πρόβλημα η αριστερή σκέψη, περισσότερη έλλειψη της υπάρχει παρά κυριαρχία της.( ούτε ο Πουλαντζάς, ούτε ο Καστοριάδης, ούτε ο Κονδύλης διαβάζονται πια τόσο παθιασμένα -αναφέρω τρεις καταξιωμένους τυπικά και νομίζω και ουσιαστικά διανοητές). Το μεγάλο πρόβλημα του τόπου είναι η πνευματική τσαπατσουλιά, η τεμπελιά, το ράδιο αρβύλα των απόψεων και των γνωμών μας. Είναι σαν να έχει μεταμορφωθεί ολόκληρος ο διανοητικός βίος του τόπου σε ένα γιγαντιαίο κουρείο, κάτι άκουσα, κάτι μου είπαν. Έτσι δεν προχωρούν τα πράγματα. Μπορούμε να έχουμε όλοι γνώμη για όλα, μα με τίποτε δεν μας περνάει από το νου ότι απαιτείται κόπος για να φτάσεις κάπου. Είμαστε μια χώρα βουτηγμένη στα παραμύθια όπου θέλουμε μόνο το τέλος και τις αμοιβές του ήρωα, χωρίς ποτέ να κάνουμε τον αγώνα. ( Οι γενικεύσεις είναι απαραίτητες και οι διευκρινήσεις περιττές. Δε μιλάω για τους αρκετούς που αγωνιούν και αγωνίζονται, μα την γενικευμένη κατάσταση). Things fall part.
Επιτελώντας την ιεροσυλία της χρήσης του ονόματος αυτού για το δοκίμιο μου, που είναι αλήθεια δοκιμή πολλών πραγμάτων ( και των νεύρων των αναγνωστών που αρνούμαι, αν κι συχνότερα αυτοί με αρνούνται), το κείμενο το Ζ. Λορεντζάτου ξεκινά με αφορμή την ποίηση του Σεφέρη γενικά και των τριαντάχρονων της Στροφής ειδικά, για να γίνει ένα από τα σημαντικά (γεμάτα σημασία ) κείμενα όχι μόνο του νεοελληνικού μα του “σύγχρονου” βίου γενικώς. Αλήθεια όμως υπάρχει σύγχρονος, άχρονος, νέος ή παλιός βίος ή άνθρωπος; Είναι τα πνευματικά καινούρια, διαφορετικά, φρέσκα ή μπαγιάτικα; Ας είναι. Θα μιλήσω και πάλι για το παρόν μας με δύο τρόπους. Ο ένας θα είναι το κείμενο του Ζ.Λ. Ο άλλος θα είναι ξένοι, Δυτικοί που στο όνομα τους ορκίζονται οι “άνθρωποι των τεχνών” μα που μου μοιάζει ότι δεν πιάνουν ούτε κλάσμα του βάθους τους. (Θεωρώ περιττή παρένθεση την παραίνεση να διαβαστεί και ξανά να διαβαστεί ολόκληρο το κείμενο του Ζ. Λ. Μακάρι.) Χρησιμοποιώ την έκδοση του Δόμου, τόμος 1, σελ. 333-419. Κόβω με αυθαιρεσία και κόβω πολύ, βάζοντας άλλοτε μικρές φράσεις, άλλοτε ούτε αυτές ολόκληρες, σε κάποιες περιπτώσεις , μερικές παραγράφους.

“Η παράδοση δεν είναι καθόλου ζήτημα εθνικό”(σ.343).
“Ένα μόνο μπορούμε να πούμε: πως κατά κάποιο τρόπο την εποχή εκείνη του ρομαντικού κλασικισμού της Ευρώπης την καταδίκη μας την υπογράψαμε από τη στιγμή που δεχτήκαμε να λάβομε μέρος στην ευρωπαϊκή συζήτηση αν είμαστε απόγονοι των αρχαίων ή όχι. Λες και εμείς δεν υπήρχαμε” (σ.344)
“...ο δυτικός ή ο νεότερος άνθρωπος αναζητάει κάποιο όραμα, κάποιο κέντρο χαμένο, πέρα ή έξω από τα σιδερένια δεσμά της λογοκρατίας στα οποία πεδουκλώθηκε μονάχος του από την Αναγέννηση και εδώθε”.(σ.356)... “ ζήτησε να ξεφύγει από το αδιέξοδο χτυπώντας αδιάκριτα και μες στα όλα τη λογοκρατία... κηρύχνοντας παρακαμπτήριους δρόμους.... πότε το πάθος και το αίσθημα....πότε τη φαντασία και το όνειρο, πότε την τρέλα και την ασυναρτησία, πότε την ψυχολογία του- ζενίθ και ναδίρ της συνείδησης.....βάζοντας μπροστά από τις διάφορες θεωρίες και μονομανίες, πότε ένα ir-(rationel) πότε ένα sur-(reel), πότε ένα sub-(consient)...,πότε ένα in-(consient) μα πάντα μέσα στα όρια του φυσικού, φροντίζοντας να κλείνει καλά πάνω από το κεφάλι του την μπουκαπόρτα του υπερφυσικού, δηλ. του πνεύματος. Το κέντρο εκεί βρίσκεται ή το χαμένο όραμα”(σ.357-8).
“ΜΠΟΡΕΊ ΜΕ ΤΟ ΞΈΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΊΣΗΣ ΑΥΤΉΣ,ΟΠΩΣ ΜΕ ΈΝΑ ΑΣΤΡΟΠΕΈΚΙ ΜΈΣΑ ΣΤΗ ΝΎΧΤΑ, ΝΑ ΦΑΝΟΎΝ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΉ ΧΩΡΙΣΜΈΝΟΙ ΟΙ ΔΡΌΜΟΙ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΏΠΗ, Ή ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΟΎΜΕ ΑΠΌ ΑΛΛΑ ΑΠΟΓΎΡΙΑ, ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΉ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ ΜΈΣΑ, ΤΟ ΔΙΚΌ ΜΑΣ ΔΡΌΜΟ, ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΈΧΟΜΕ ΚΟΙΝΟ ΤΟ ΣΗΜΕΊΟ ΤΟΜΉΣ ΑΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΑΨΑΛΑ, Ή ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΌΜΙ, ΟΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΤΟ ΑΣΤΡΟΠΕΛΕΚΙ ”.(Σ.363).
“Η τέχνη πρέπει να γίνει ξανά δουλειά σοβαρότερη, όπως ήταν πάντα. Η τέχνη πρέπει να βαφτιστεί στα νερά της πνευματικής ή μεταφυσικής πίστης”(σ.367)
“... αναφέρω την περικοπή για όσους νομίζουν πάντα πώς ήταν δυστύχημα που εμείς απουσιάζαμε από την Αναγέννηση... ή πώς δεν αποκτήσαμε ....φιλοσοφική γλώσσα και για τούτο υστερούμε πνευματικά και χρειάζεται .... να τρέχομε για να φτάσομε τους Ευρωπαίους. Σα να μετριόταν το πνεύμα με τα φιλοσοφικά λεξιλόγια ή με τη δεινότητα στην αφηρημένη σκέψη....Και δεν καταλαβαίνουμε πως η κρίση της Ευρώπης σήμερα ή ολόκληρου του πολιτισμού είναι, πρώτα από όλα , πνευματική ή μεταφυσική....και πως αν χρειάζεται για τους δυτικούς να πηδήξουν ή να περάσουν πάνω από τους τελευταίους τέσσερις ή πέντε αιώνες....για να φτάσουν σε κάποιο πυρήνα μιας διασπασμένης παράδοσης πνευματικής, εμείς αντίθετα δεν έχομε παρά μόνο λίγο δρόμο να κάνομε(σ.368) ( Ατυχώς αυτό το αφιερώνω στον Σ. Ρ. Και συνιστώ τον απολογισμό της σελίδας 373).

Επειδή αυτό το κόψιμο και ράψιμο είναι πολύ κουραστικό, σταματώ εδώ ενώ χιλιάδες θα μπορούσαν να ακολουθήσουν. Ενώ δηλαδή το κείμενο έχει αφορμή την ποίηση και λίγο φαρδαίνει προς την τέχνη γενικότερα , στοχεύει επιδέξια στο μεγάλο θέμα. Και ούτε με μακρινό, ούτε με υπερβολικό τρόπο. Όταν για παράδειγμα λέει στη σελίδα 370, πως ξεκίνησε για κάποιους η κρίση της ποιητικής με την κρίση της ποίησης, μα πως τους αποκαλύφτηκε “πώς η κρίση της τέχνης σήμερα είναι όχι ποιητική ή αισθητική αλλά μεταφυσική”, μπαίνει στο κέντρο του προβλήματος, είτε μας αρέσει, είτε όχι. Ή όταν (σ.382) “θέλομε με τα πράγματα αυτά της παράδοσης μας να κάνομε το ίδιο που άρχισε να κάνει κάμποσα χρόνια πριν η Ευρώπη με τα ξένα στοιχεία- τα έξω(exo)....για να πλουτίσει τα δικά της έργα(exotisme). Και το πετύχαμε το απίστευτο. Με την ταχτική αυτή κατάντησε να κάνομε εμείς σήμερα ¨εξωτισμό” με τα δικά μας πράγματα: το πατρικό μας σπίτι, το νησί, τη θάλασσα, ένα λιθάρι.”
Οριστικά σταματώ αυτή τη βίαιη και άτσαλη σταχυολόγηση. Φοβάμαι ότι δε θα πείσω κανένα από όσους δεν ξέρουν το δοκίμιο του Ζ. Λ. Να το διαβάσουν , ενώ εγώ μόνο το πλήγωσα. Κι εδώ οι εγωισμοί θα περισσέψουν. Όσοι το ξέρουν θα με περιφρονήσουν και θα με θεωρήσουν βάρβαρο. Όσοι το αγνοούν παίρνοντας τα κομμάτια που παρουσιάζω σαν το όλο θα κάνουν την εύκολη κατάταξη ( Ελληνοκεντρικός, πιθανά πιστός, εθνικιστής, παράφρον, μεταφυσικός της κακιάς ώρας κλπ). Το ωραίο είναι ότι θα έχουν όλοι δίκιο και θα λένε και λίγα. Όμως κάποια πράγματα δεν κόβονται. Χρόνια τώρα αισθάνομαι ότι οι Δυτικοί, οι πιο μπροστά ( όχι πιο ψηλά) δεν είναι παρά ταλαιπωρημένα πλάσματα που ανακαλύπτουν αυτήν τη βαθιά, την εσωτερική τους ταλαιπώρια, το μεγάλο βάσανο που ροκανίζει τα σωθικά τους και δεν τους επιτρέπει να ησυχάζουν. μιλάω βέβαια για αυτούς που συμβατικά λέμε μεγάλους στον κόσμο της λογοτεχνίας και της τέχνης τα τελευταία διακόσια χρόνια και που θα έλεγα χωρίς να λαθεύω και πολύ, ότι όλοι τους ήταν δυστυχισμένοι άνθρωποι, που συνειδητοποίησαν αυτή τους τη δυστυχία, το αδιέξοδο της πορείας του Δυτικού κόσμου, το μετασχημάτισαν σε έργο κατά τα μέτρα τους και συχνά οι ζωές τους ήταν φρικτές αποδείξεις αυτής της κατάστασης. Εκτός αν θέλετε να ασχοληθούμε με τους κατόχους των τελευταίων νόμπελ και να ξεχάσουμε τους Λοτρεαμόν, Ρεμπό, Μποντλέρ, Κάφκα, Αρτό, Νίτσε, (εδώ πρέπει να πούμε ότι όλοι οι Γερμανόφωνοι λογοτέχνες, είναι λογοτέχνες μιας βαθιάς δυστυχίας, ίσως να υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτό) μα και τον Σαντ και τον Μπουκόφσκι, τον Μίλερ και τον Μπάροουζ, τον Κέρουακ και τη Αχμάτοβα, την Πλαθ και τον Πάστερνακ και ευτυχώς η λίστα είναι μεγάλη. Εκτός αν η Μόρισον ή ο Παμούκ είναι σημαντικότεροι και δεν το κατάλαβα. Δηλαδή και δεν είναι τυχαίο, ούτε γράφεται, ούτε ασχολείται ο κόσμος (τόσο οι πολλοί αδιάφοροι, όσο και οι λίγοι ειδικοί) με τέτοια. Ή αλλιώς ο ξεπεσμός είναι τόσο στην παραγωγή όσο και στην Κριτική (θα ήταν αδύνατον να μη συνέβαινε έτσι).
Κι εδώ οι δικοί μας, σαν μανιακοί να θέλουν να ζουν και να κάνουν ότι έκαναν στη Γαλλία πριν 50 χρόνια, να διαλύουν τη γραφή ή τον πίνακα τους επειδή το είδαν και όχι επειδή έστω έφτασαν εκεί. Πόσο ψέμα, πόσο ψέμα κυλάει και διαφημίζεται, εκρηγνύεται και παρουσιάζεται αδιάντροπα, θέλει να πείσει με την κενότητα του, για την κενότητα του για κάποιο περιεχόμενο, θλιβερά παλιομοδίτικο, ανεδαφικό και καθυστερημένο, πιθηκίσια κίνηση που αφήνει ανικανοποίητα τα αφεντικά, βαριεστημένα και απομακρυσμένα. Κι όμως υπάρχουν γκαλερί και γίνονται εγκαίνια, βιβλία και γίνονται παρουσιάσεις, περιοδικά τέχνης και λόγου, βραβεία και τελετές, θυσίες και ιερείς που τις επιτελούν, άφθονα σφάγια και μια πορνεία που χύνεται στα πεζοδρόμια. Και μετά λέμε ότι έστω κι έτσι ο λαός μας είναι καθυστερημένος (αντίθετα η μη συμμετοχή δηλώνει ένα κάποιο είδος υγείας ακόμη) επειδή δε συμμετέχει πολύ ή τουλάχιστον με μια κάποια προθυμία στα καρναβάλια τους; (κυριολεκτικά καρναβάλια, χώροι και τόποι που τρώγεται η σάρκα θυμάτων. Μόνο που είναι όλοι θύματα). Μα αν γραφόταν μια ιστορία της τέχνης του 20ου αιώνα και έπρεπε να είναι χίλιες σελίδες, πόσες θα ήταν για την Ελλάδα από αξία και όχι χαριστικά, πέντε; Και αν έπρεπε να είναι διακόσιες σελίδες θα χρειαζόταν περισσότερο από μια παράγραφο;( Δεν είναι ότι αρνούμαι τη δύση και τώρα τη βάζω σαν υπέρτατο κριτή. Δέχομαι τα επιτεύγματά της και τους ανθρώπους της. Απλά δεν είναι η Δύση ο παράδεισος ή με τα λόγια του Μόρισον the west is the best κλπ στο τραγούδι -πώς και γιατί άραγε το ονόμασε έτσι, the end)
Δηλαδή αυτό που λέω και δεν είναι καινούριο , μα υπάρχουν πολλοί κουφοί από συμφέρον στη χώρα μας, είναι ότι η δύση, το καλύτερο της κομμάτι τουλάχιστον, το πιο δυνατό καλλιτεχνικά, που παίζει ακόμα και τώρα, το ρόλο μιας κάποιας συνείδησης, γνωρίζει, επισημαίνει, πολεμάει κατά το δυνατόν, συχνά συντρίβεται από το αδιέξοδο της. Δε γιορτάζει ο Μπέργκμαν ή ο Αντονιόνι την “δυτικότητα” του , μάλλον υποφέρει και αδιέξοδα επίσης, θέλει να απαλλαχθεί από αυτήν. Μα εδώ...Όχι εδώ ακόμα θέλουμε να εκσυγχρονιστούμε, να εκδυτικοποιηθούμε, να εξατομικευτούμε, να γίνουμε και σε ρούχα και σε αξεσουάρ και σε μουσικές και σε έπιπλα και σε φαγητά και σε ήθη και σε έθιμα ακόμα δυτικοί. ( βλέπε υιοθέτηση τρόπων σε τελετές γάμους, βαφτίσια, γενέθλια ή επί το νεοελληνικότερον happenings, open days, festivals, bazar κλπ). Όταν ένα παιδάκι δεν κόλλησε τις παιδικές αρρώστιες στην ώρα τους Στέλιο και τις γλίτωσε, δεν τρέχεις στα πενήντα και πόσο μάλλον στα χίλια πενήντα να του κολλήσεις ιλαρά. Αν έχεις να διδαχθείς και έχεις πολλά από τους δυτικούς καν' το, αλλά κράτα κάνα δυο πράγματα καθαρά Και ύστερα τι με διαβεβαιώνει ότι είναι καλύτερος άνθρωπος ή σκέτα άνθρωπος πιο πολύ, ο τραπεζίτης, ο χειριστής Π.Υ. , ο λόγιος ή ο άγριος του Αμαζονίου. Στα πνευματικά γεωγραφία, προσόντα διανοητικά, σπουδές και τίτλοι δεν είναι σίγουρο, πότε είναι εφόδια και πότε λέπια. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, από μόνα τους. Ω τι θλιβερή μαϊμού κατάντησε η χώρα και οι άνθρωποι. Για αυτό ενώ με τρώει η γλώσσα μου κι άλλο, θα τελειώσω με Δυτικούς. ( από τους “καταραμένους”, αυτούς δηλαδή που νιώσανε και δεν περηφανεύτηκαν).

Μπέκετ. Δυο σημεία από το Μολλόυ, εκδ. Ύψιλον, μετάφραση Α. Παπαθανασοπούλου, 1993.
“Θέλω να πω πώς μετά από ωριμότερη σκέψη, ή μάλλον μετά από καιρό, οι λεκτικοί μου πλεονασμοί αποδεικνύονταν ελλείψεις, και αντίστροφα. Περίεργη αντιστροφή αλήθεια, αν σκεφτεί κανείς ότι γίνεται απλώς και μόνο με το πέρασμα του χρόνου. Με άλλα λόγια, ότι και να έλεγα , έλεγα πάντα πολλά και ποτέ αρκετά. Δε σώπαινα, αυτό είναι, ότι και να έλεγα δε σώπαινα. Αθάνατη ανάλυση, πόσο βοηθάει λοιπόν να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, και άρα τους συνανθρώπους του, αν τυχαίνει να γνωρίζει καθόλου συνανθρώπους.”(σ.43)
“... γιατί τους ανθρώπους τους γνωρίζω ελάχιστα, κι όσο για το είναι δεν κατάλαβα ποτέ μου τι σημαίνει. Α, βέβαια, δοκίμασα τα πάντα. Στο τέλος ήταν η μαγεία που είχε την τιμή να εγκατασταθεί στα ερείπια μου, κι ακόμα και σήμερα όταν τα επισκέπτομαι, βρίσκω υπολείμματά της”.(σ.50)

Ρεμπό. Από το Μια εποχή στην κόλαση, εκδ.Υπερίων, μετάφραση Α. Λάμπρου
Από το Αδύνατο (σ.61-65).” έχοντας ξαναβρεί δυο πεντάρες λογικής- αυτό δεν κρατάει πολύ- βλέπω πώς για τις δυσθυμίες μου φταίει που δεν έχω δει αρκετά νωρίς πώς είμαστε στη Δύση. Της Δύσης τα στεκάμενα νερά. Όχι πώς βρίσκω ψευτισμένο το φως, εξαντλημένη τη μορφή, την κίνηση παραπλανημένη...Ωραία να που το πνεύμα μου θέλει οπωσδήποτε να φορτωθεί όλες τις τραχιές εξελίξεις που υπέμεινε το πνεύμα απ' το τέλος της Ανατολής......
Οι φιλόσοφοι: ο κόσμος δεν έχει ηλικία. Η ανθρωπότητα, απλούστατα μετατοπίζεται στη Δύση, αλλά ελεύθερος να κατοικείτε στη δική σας Ανατολή, όσο αρχαίος σας αρέσει, - και να κατοικείτε καλά. Μην κάνετε έτσι σαν νικημένος. Φιλόσοφοι, ανήκετε στη δική σας Δύση”
Το δεύτερο κομμάτι είναι από την Επιστολή του Οραματιστή, ίδια έκδοση. “Η μελέτη του παρελθόντος αυτού μαγεύει τους περίεργους: πολλοί ευχαριστιούνται ανανεώνοντας τις αρχαιότητες αυτές:- για λογαριασμό τους. Η παγκόσμια διανόηση έριχνε πάντα τις ιδέες της, φυσικά. Οι άνθρωποι μάζευαν ένα μέρος αυτών των καρπών του εγκεφάλου: έπραττε κανείς μ' αυτά, έγραφε βιβλία: έτσι συνεχίζονταν η πορεία, χωρίς ο άνθρωπος να κατεργάζεται τον εαυτό του, μη έχοντας αφυπνιστεί, μη βρισκόμενος ακόμη μέσα στην πληρότητα του μεγάλου ονείρου”(σ.101).

Αρτό. Ο τεράστιος αυτός άνθρωπος στο έργο του Το θέατρο και το είδωλο του ( έχω μια παλιά χωρίς χρονολογία έκδοση της Δωδώνης, μετάφραση Π. Μάτεσι) από έναν άλλο δρόμο πήγε πολύ μακριά , και συνάμα πολύ κοντά στον Ζ.Λ. Ο ένας ξεκινά από ποίηση, ο άλλος από θέατρο.
“Αν το θέατρο ήταν έτσι όπως το βλέπουμε εμείς σήμερα, θα έλεγε κανείς ότι το μόνο που μας απασχολεί στη ζωή μας είναι αν μπορούμε να κάνουμε επιδέξιον έρωτα, αν θα πάμε στον πόλεμο, ή αν είμαστε αρκετά άνανδροι για να κλείσουμε ειρήνη, πώς θα βολέψουμε τις μίζερες ηθικές αγωνιούλες μας, και θα αποχτήσουμε συνείδηση των κόμπλεξ που διαθέτουμε ή αν αυτά τα κόμπλεξ θα μας δυναστεψουν” (σ.46)
“... μας οδηγεί να εγκαταλείψουμε την σημερινή ανθρώπινη και ψυχολογική περί θεάτρου αντίληψη, για να προτιμήσουμε στη θέση της την θρησκευτική, και μυστική, απόκρυφη σύλληψη που το θέατρο μας έχει ολότελα χάσει. Έπειτα αν αρκεί να ξεστομίσεις τις λέξεις θρησκευτικός ή μυστικός για να σε περάσουν για θρησκόληπτο νεωκόρο ή για αγράμματο βουδιστή ιερέα, .... αυτό απλούστατα δείχνει την ανικανότητα μας να αντλούμε από κάθε λέξη όλη την ουσία , δείχνει πόσο βαθιά, αγνοούμε το πνεύμα της σύνθεσης και της αναλογίας.”(σ.52)
“Όμως η πνευματική αναπηρία της δύσης (χώρος όπου κατεξοχήν οι άνθρωποι έχουν μπερδέψει με τον αισθητισμό) είναι πως πιστεύει ότι η ζωγραφική της δε μπορεί παρά μόνο να λειτουργεί σα ζωγραφική, ότι ο χορός δεν θα μπορούσε παρά μόνο να είναι πλαστικότητα, σαν να ήθελαν να ευνουχίσουν τις μορφές της τέχνης, να αποκόψουν τους δεσμούς κάθε τέχνης με όλες τις απόκρυφες στάσεις που η τέχνη θα έπαιρνε κατά την αντιπαράσταση της με το απόλυτο.”(σ.79)
”Το ζήτημα είναι όμως ότι σήμερα την αλήθεια δεν πρέπει να την αναζητήσουμε στη σκηνή αλλά στο δρόμο. Και αν δώσουμε στα πλήθη των δρόμων μια ευκαιρία να δείξουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια τους, θα την δείξουν άσφαλτα” (σ.86)
“Η ψυχολογία αυτή που επιφορτίζεται τέτοιο έργο και μοχθεί να μεταλλάξει το άγνωστο σε γνωστό, να το καταντήσει δηλαδή καθημερινό και τετριμμένο, είναι η αιτία αυτού του εξευτελισμού που παθαίνει το θέατρο, αιτία αυτής της τρομαχτικής διαρροής ενέργειας, που για μένα, έχει αγγίξει πια το κατώτατο σημείο και δεν πάει παρακάτω”( σ.87)
“Βλέπουμε όμως τόσα πολλά σημάδια να μας δείχνουν πώς καθετί που συντηρούσε τη ζωή μας έχει υποστεί ρωγμές πια, πώς όλοι μας είμαστε τρελοί , απελπισμένοι και άρρωστοι. Και καλώ όλους μας να αντιδράσουμε.” (σ. 88)
“Ή θα επαναφέρουμε όλες τις τέχνες προς μια κεντρική στάση και αναγκαιότητα, βρίσκοντας αναλογία ανάμεσα σε μια κίνηση που κάνει η ζωγραφική και το θέατρο και σε μια κίνηση που κάνει η λάβα τη στιγμή μιας ηφαιστειακής έκρηξης ή αλλιώς να πάψουμε να ζωγραφίζουμε, να φληναφούμε, να γράφουμε ή να κάνουμε ξέρω εγώ τι”.(σ.91)
Από το Τέλος του λόγου, εκδ Έρασμος, 1988, μετάφραση Σ. Ροζάνη από την εισαγωγή τρία αποσπάσματα των Χόρκχαϊμερ, Αντόρνο και του μεταφραστή.
“Όσο ασχολείται με μεγαλύτερη ένταση το άτομο για να κατακτήσει μια εξουσία πάνω στα πράγματα, τόσο περισσότερο τα πράγματα το εξουσιάζουν και τόσο περισσότερο χάνει κάθε γνήσιο ατομικό χαρακτηριστικό και το πνεύμα του μετασχηματίζεται σ' ένα αυτόματο του τυποποιημένου λόγου”. (σ.6)
“Αυτό που οι άνθρωποι ζητούν να μάθουν από τη φύση είναι πώς να την χρησιμοποιούν προκειμένου να κυριαρχήσουν εξ ολοκλήρου πάνω σε αυτήν και στους άλλους ανθρώπους. Αυτός είναι ο μοναδικός σκοπός. Ανηλεώς και εις πείσμα του εαυτού του , ο Διαφωτισμός εξάλειψε κάθε ίχνος από την αυτοσυνείδηση του. Το μόνο είδος σκέψεως που είναι αρκετά δυνατό ώστε να συντρίψει τους μύθους είναι σε τελευταία ανάλυση αυτοκαταστροφικό.... συμπεριφέρεται προς τα πράγματα όπως ένας δικτάτορας προς τους ανθρώπους. Τα γνωρίζει στον βαθμό που τα χειρίζεται” (σ.6).
“Η καταδίκη που ο Χόρκχαϊμερ απευθύνει προς τον ανθρώπινο Λόγο είναι η απελπισμένη κίνηση ενός ουμανιστή που είδε στον αιώνα του το άτομο να αυτοκαταστρέφεται απαρνούμενο το φυσικό του Εγώ μέσα στην “ανώτερη αλήθεια” μιας επιστήμης της λογικής και του αστικού Διαφωτισμού που αντί να το οδηγήσουν στην θεοποίηση το έριξαν ανίσχυρο στα σαγόνια του φασιστικού τέρατος μεταμορφώνοντας το σε άβουλο όργανο της μαζικής κουλτούρας, του μαζικού θανάτου και της μαζικής ηδονής” (σ. 11).

Σιμόν Βέιλ , Η βαρύτητα και η Χάρη, εκδ Αστρολάβος /Ευθύνη, 1989, μετάφραση Α.Βρυώνη.
“Ο άνθρωπος που ζούσε για την πόλη του, την οικογένεια του, τους φίλους του, για να πλουτίσει, για να μεγαλώσει την κοινωνική του θέση, κλπ -Ένας πόλεμος και τον υποδουλώνουν, κι από τότε για πάντα, πρέπει να εξαντλείται μέχρι το έσχατο όριο των δυνάμεων του, απλά για να υπάρχει. Αυτό είναι φρικτό, αδύνατο και για τούτο δεν παρουσιάζεται μπροστά του κάποιος τόσο άθλιος σκοπός που να μη γαντζώνεται απ' αυτόν, έστω τιμωρώντας τον σκλάβο που εργάζεται δίπλα του. Δεν έχει πια την εκλογή των σκοπών. Δεν έχει σημασία ποιος είναι. Μοιάζει με κλαδί για εκείνον που πνίγεται. Εκείνοι που είχε καταστραφεί η πόλη τους και είχαν υποδουλωθεί, δεν είχαν πια ούτε παρελθόν ούτε μέλλον: με τι θα μπορούσαν να γεμίσουν την σκέψη τους. Με ψευτιές και τις πιο τιποτένιες πλεονεξίες, έτοιμοι ίσως περισσότερο από πριν , να ριψοκινδυνεύσουν τη σταύρωση για να κλέψουν ένα κοτόπουλο παρά τον θάνατο στη μάχη για να υπερασπιστούν την πόλη τους” (σ.18-19)
“Τα κοινά άτομα μπορούν να φυλακιστούν, να σκλαβωθούν, να εκφαυλιστούν και να περάσουν οποιαδήποτε οδύνη χωρίς κάθαρση” ( σ. 28)

Σταματώ, οριστικά αυτή τη φορά. ( Ο μεγάλος ιεροεξεταστής, μου φώναζε το υποσυνείδητο μου, αλλά του είπα να πάψει). Θεωρώ λοιπόν ότι μπορούμε να τελειώσουμε εκεί που αρχίσαμε, σε ένα απλό παράδειγμα, της ελευθερίας. Υπάρχουν πολλά υποκατάστατα ελευθερίας μου φωνάζει η Ε. Κ. Και μοιάζει να αρκούμαστε σε αυτά. Τι είναι λοιπόν πιο σημαντικό η πατρίδα από την ελευθερία; Η θρησκεία, η οικογένεια; Ή μήπως αυτή η τριάδα κάθε άλλο από αγία στους αιώνες, πρέπει να είναι η εξασφάλιση και όχι ο περιορισμός της ελευθερίας σε αντίστοιχα και τονίζω διαφορετικά επίπεδα. Η πατρίδα (καινούριος ορισμός της τώρα) υπάρχει όταν ασφαλίζει τις απλές μορφές ελευθερίας, πολιτική, κοινωνική, εργασιακή, σπουδών, κίνησης, εγκατάστασης και αφήνει ή ακόμα καλύτερα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τις άλλες μορφές, τις ανώτερες. (είναι αξεδιάλυτο το παιχνίδι του τι είναι μέσα, εσωτερικό, προσωπικό, βαθύτερο και αυθύπαρκτο του ανθρώπου και τι του δίνεται ή βρίσκεται στο εξωτερικό. Αυτό που είναι σίγουρο είναι η διαδικασία της ανάδρασης , μεταξύ του εντός και του εκτός που στην περίπτωση της υγείας είναι ένας υπέροχος , άπειρος κύκλος, ασταμάτητης προόδου και η λήξη του σημείο, ενώ στην περίπτωση της αρρώστιας και μάλιστα αρρώστιας προς θάνατο, ζώντος του υποκειμένου, είναι σημείο και γεννιέται κύκλος, φυσικώ τω τρόπω φαύλος, μια φυλακή όπου η ψυχική ασθένεια εξουσιάζει το σώμα, την καρδιά και το νου του άτυχου φθαρμένου θνητού.)
Η θρησκεία (αποστρέφομαι κι εγώ αυτή τη λέξη, λέξη πια μισητή, άγνωστη και πολύ , πολύ βεβαρημένη, μα τη χρησιμοποιώ συμβατικά, έχοντας στο νου μου τις γνωστές μεγάλες θρησκείες, επιθυμώντας την πρωταρχική τους λειτουργία) δε θα είναι ο αντίπαλος και ο περιορισμός της ελευθερίας ( μοιάζει στους αιώνες να έχει δημιουργηθεί με το τυπικό κομμάτι των θρησκειών μια σχέση μίσους με την ελευθερία, μια συχνά άρνηση της) μα το γόνιμο έδαφος για την άνθηση του ανθρώπου.
Τέλος η οικογένεια , δε θα είναι ο πρώτος τόπος εχθρότητας, αλλά ο τόπος καρποφορίας στους τρεις ρόλους των τριών γενεών που φυσιολογικά μας προορίζει φύση, παιδί, γονείς , παππούδες.
(Αν μοιάζει ότι ασχολούμαι με το αρνητικό, είναι μόνο το καθήκον μου απέναντι σε εμένα και στους άλλους, του να γνωρίζω το περιβάλλον , τους κινδύνους, τα προβλήματά του. Στην πραγματικότητα δεν έχω αντιπάλους , ούτε εγώ, ούτε κανένας, και αυτό είναι μια από τις μεγάλες ψευδαισθήσεις της ψυχικής ασθένειας της εποχής μας. Ούτε κάποιος καταδέχεται να είναι εχθρός μου, ούτε χρειάζεται. Χτίζουμε φανταστικούς αντιπάλους, τρομερούς, εχθρούς, φοβερούς κινδύνους και τρομακτικά περιστατικά, απείρως περισσότερο στην φαντασία μας , παρά ζούμε τέτοια στην αληθινή ζωή μας. Αν το καλοσκεφτούμε είναι σαν να νιώθουμε ήρωες μιας φοβερής περιπέτειας- και πάλι τα πρότυπα του θεάματος έχουν βάλει ένα καθοριστικά αρνητικό λίθο- ενώ οι ζωές μας δεν είναι παρά συνηθισμένες και αρκετά ειρηνικές εξωτερικά. Μόνοι μας φέρνουμε μια λάθος φωτιά και σε λάθος μέρος. Ούτε οι Ναπολέοντες περίσσεψαν στις μέρες μας, ούτε οι επαναστάσεις. Είμαστε υπάλληλοι γραφείων με τρόμους θαλασσοπόρων.)