Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

2 από 209
 
Σύμπτυξη όλων
Εκτύπωση όλων
Σε νέο παράθυρο

μερικά ποιήματα
τα δύο πρώτα είναι αδημοσίευτα, τα άλλα δυο ήταν στην ΠΟΙΗΤΙΚΗ 9x






ΑΓΙΟΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ

Τον έδεσαν ή δέθηκε άραγε μόνος του;
Τον έσυραν ή μονάχος του σύρθηκε;
Χλεύη ή σεβασμός συνόδευσε αυτές τις πράξεις;
Στον Στέφανο οι βαριοί γδούποι από τις πέτρες,
σε αυτόν τα ανεπαίσθητα σφυρίγματα,
οι ταλαντώσεις των ελευθερωμένων χορδών.
Ούτε σκύλος για συντροφιά, μόνος, ενώπιος όλων.
Έβλεπε τον ερχομό ενός τέλους που δεν υπολόγισε.
Η έκρηξη των λουλουδιών δε θα ήταν δική του ξανά.
Στέρφα η μητρική γη, περίμενε,
κουρασμένο το νερό στη πηγή, στέρευε.
Ο αέρας στενός, σκοτεινός. Μίλησε.
Λέξεις που με πληγώνετε ακατάπαυστα
Βέλη που με τρυπάτε, αφήνετε όση ζωή χρειάζεται
Για να πονώ, για να βλέπω μισοπεθαμένος μάρτυρας
τον αργό σιωπηλό μου θάνατο”.
Βυθίστηκε, το βλέμμα στρέφεται στο σώμα
τα χέρια ανήμπορα, δεμένα σφιχτά στο στύλο
ανάσες δυσκολεμένες, στήθος να ανεβοκατεβαίνει βιαστικό.
Γέρνει το κεφάλι, κοιτά το κορμί
σκαντζόχοιρος αφύσικος.
Δεν είναι αυτός εγώ. Δεν είμαι τέτοιος”.
Να γράψουν απεγνωσμένα κάτι στον αέρα
προσπαθούν τα παγιδευμένα δάχτυλα.
Ο Προφορικός Λόγος ασταθής, πρόσκαιρος, αέρινος
Ο Γραπτός Λόγος, φασματικός.
Πόσο ν' αγωνιστώ στο δρόμο αυτό, τον πάντα χαμένο;
Ονειρεύομαι και τώρα ακόμα την παιδική μου ηλικία
μα τελειώνω ανίκανος
από το στυφό των προτάσεων που σχημάτισα”.



ΑΜΕΡΙΚΗ

Σαν μελλοθάνατος που είμαι
περιμένω την ευσπλαχνία των άλλων
να με ξεκουράσουν
να αποξεχαστώ
με τη φλυαρία τους,
με τη φασαρία τους.
Δεν έχω βρει - τι περίεργο-
το κρίμα μου, τον δρόμο μου.
Σχήματα και μέτρα
δύσκολα με καλύπτουν
κι ενώ μικρός, ελάχιστος σε διαστάσεις
δε χωράω πουθενά
ανίκανος να νιώσω, να δω
να κοιτάξω στα μάτια.
Ζηλεύω
και η έντονη παθολογία μου
με οδηγεί σε πρόσθετες απώλειες
κίτρινα νύχια, σκαμμένα χείλια.
Διακρίνω
την ικανότητα των άλλων
να βλάπτουν και να χάνονται
να ορμούν και να δειλιάζουν
βλέπω, καλά, καθαρά
τα κακά και συμφέροντα
μα τίποτα, τίποτα πρόσθετο
δε με απαλύνει
σκληρός και ζυμαράκι ακόμα.
Πώς να νιώσω το κορμί μου ολόκληρο
πώς τον κόσμο
πώς να υπάρξω ατόφιος
κατακρεουργημένος στο συνηθισμένο ρόγχο;
Μου μοιάζει μόνη ελπίδα
η Αμερική
καινούρια, ολάκερη, αχανής, στέρεα
δυνατή, όμορφη, έτοιμη
να δεχτεί και τον ελέφα και το τρωκτικό.
Εκεί να χωθώ
κι αν δεν τα καταφέρω
στις στοές της να χαθώ.


ΤΟΙΧΟΣ

Στον τοίχο γύρω ψηλαφούμε
οι τυφλοί
ακουμπιόμαστε λίγο
σε περίεργες στάσεις.
Σπάνια δύο παρατούν τις πέτρες
νομίζοντας ότι βρήκαν ο ένας τον άλλο.
Στο κέντρο, στο εσώτερο
νωχελικά γερμένο
σε βελούδινο μαξιλάρι
το Ρόδο.
Σταγόνες το βρέχουν,
διάφανο πορφυρό.
Ένα τεράστιο δοκάρι
οριζόντιο
δέντρο ολόκληρο
ο κορμός του σπιτιού.
Κατευθύνσεις αλλάζουν
πυξίδα ο άνθρωπος
το πλάγιο γίνεται όρθιο
το ξαπλωτό πεθαίνει.
Προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου
να μάθω να ζω.
Βαρέθηκα να ψελλίζω, να τραυλίζω.
Ο μέσα ρυθμός χαμένος.
Αρχαιολογίες και παλαιικά χασίματα,
έφτιαξαν
μιαν άκομψη σταύρωση.
Ανακάλυψα τότε
το σκυρώδες
το τραχύ
και το πονηρό.
Θόρυβοι και φλυαρίες
με ταλαιπωρούν.
«Οι μοναξιές δεν αγαπιούνται
μισούν η μία την άλλη θανάσιμα».
«Δεν φταίω εγώ αδερφέ για τα χάλια».
«Και όλο το μυστικό να ακούσεις πίσω από το θρόισμα
δεν φτάνει».
«Να δεις τ’ ανάρια φύλλα απ’ το αρμυρίκι
σε έναν τόπο σιωπής για Λεπρούς
τους σημαδεμένους
τους εύκολα μισημένους
τους περιφρονημένους».
Γέλασε
στο εργαστήρι του πηλού
πιάτα, κανάτια, δοχεία όλα.
Ξυπόλυτος ο τεχνίτης
άδειος ο αγοραστής
στην ανάσα του βαθιού χώρου.
Περίμεναν έξω φίλοι
ο σκύλος γύρναγε ανάμεσα στα πόδια.
Κι εκεί ήθελα να φύγω.
Δεν μπορούσα ούτε να ονειρευτώ πατρίδα.
Δεν περίμενα κανέναν.
Το μυστικό μου το ψιθύρισε
«γίνου κανένας».



ΚΑΝΕΝΑΣ

Δώσε μου εμένα τον ξένο μου
δώσ’ τον μου
ουρλιάζω
δεν έφαγα, πεινώ
ουρλιάζω.
Θέλω να σπάσω τον τοίχο που με χωρίζει από την ύπαρξή μου
ουρλιάζω.
Έπρεπε να κράζω ρυθμικά
έφαγα κάτι λίγο
πάντα λίγο είναι
ή το ένα είναι πολύ.
Πεινούσα.
Ήξερα την ακρογιαλιά
τον άνεμο, την άμμο, το νερό
ήθελα τον τοίχο να σπάσω
ήξερα ότι
αγκομαχούσα για γλώσσα
ξέρω ότι η γλώσσα είναι ελληνική
ήξερα ότι δεν είναι τυχαίο
έπιασα το βιβλίο του ήλιου.
Αν δεις
Δεν μπορώ να δω
δεν μπορώ
δεν δύναμαι
ασθενής.
Έριχνα
έριχνα μέσα μου
τροφές
λέξεις, φράσεις
μετά γράμματα
Παιδική Χαρά.
Δεν πήγα ποτέ
δεν τολμούσα
φοβισμένο παιδί
κάθε πράξη νόημα
κάθε λέξη στιγμή
Πήρα τη σκυτάλη
ήξερα τον τοίχο
στον τοίχο πάλι
ευγένεια
θραύσμα
Λέξεις, λέξεις
πάλι λέξεις
Απ’ το πετσί μου ίδρωνα λέξεις
κόμποι χοντροί
στο άδειο μέτωπο
στάλες στο πουκάμισο
υποβοηθήσεις
χημικές αντιδράσεις
συνηθισμένη φυσική ζωή,
δεν μπορώ να δώσω τη θέση μου
δεν έχω θέση
άθυρμα
Πράξη λάθος οργανική,
Δίποδο ασυνείδητο,
Λίγο, λίγο. Ελάχιστο.
Paul wo bist du,
Warum hast du mir verlassen?
Δεν μιμούμαι
εκκρίνω
Δεν αντιγράφω
πονώ
Αναμένω
τη γυναίκα
που δεν νιώθω.
Λέξεις
εκκρίνω
λέξεις
πονώ
κοιλοπονώ
εξανίσταμαι
καθισμένος στο τραπέζι
σε σύνηθες
σε απλανές
ανόητος
Γνωρίζω λίγο
Γνωρίζω τώρα
Δύσκολο
schwer
Ωραίο
όχι όμορφο
πλήρες
πληρότης
για λίγο
για λίγο
δεν πειράζει
Δεν ξέρουμε
τίποτε
εσαεί.
Ζω μόνο για λέξεις
Οι χαζοχαρούμενες
γίνονται
υπέροχες τραγικές
Το γέλιο σημαίνει
τότε
το χαρούμενο σώμα
ευλογεί
το πικραμένο πρόσωπο
για όλους,
παναγίες.
Με δεδομένο ότι δεν μου ανήκει το σώμα μου
μπορώ να καταλήξω σε ένα σημείο.
Αφόρητος
Αφόρητο
Σημείο.